ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ζ. ΣΟΦΙΑΝΟΣ
Καθηγητής του Ιονίου Πανεπιστημίου

 

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΚΕΧΡΟΒΟΥΝΙΟΥ ΤΗΝΟΥ
Η πορεία μέσα στο χρόνο
Η Αγία Πελαγία η Τηνία, πνευματικό θρέμμα και γαλούχημα της Μονής

 

Οι ιστορικές τύχες και η πολιτική κατάσταση ενός τόπου επηρεάζουν αποφασιστικά και προσδιορίζουν και τις άλλες όψεις και παραμέτρους του βίου του, δηλαδή την πνευματική και θρησκευτική του ζωή, το πολιτιστικό του επίπεδο γενικότερα κ.ά.
Η Τήνος, και μόνη αυτή από όλα τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά αλλά και από τον ευρύτερο ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο, είχε την τύχη να πέσει τελευταία στα χέρια των Τούρκων και να γνωρίσει για πολύ λίγο, για ένα μόνο σχεδόν αιώνα, τον οθωμανικό ζυγό.
Καθοριστικές για την ιστορία της Τήνου, επί πέντε ολόκληρους αιώνες, υπήρξαν οι συνέπειες της Δ’ Σταυροφορίας του έτους 1204, που έγινε με αρχηγούς τον γηραιό δόγη της Βενετίας Ερρίκο Δάνδολο, τον ηγεμόνα της Σαβοΐας Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό και τον κόμητα της Γαλλίας Βαλδουίνο της Φλάνδρας. Κύριος στόχος της επιχείρησης η απελευθέρωση και βοήθεια των Αγίων Τόπων. Τα αποτελέσματα όμως διαφορετικά. Η άλωση και δεινή λεηλασία και δήωση της Βασιλεύουσας (12 Απρ. 1204), η διαρπαγή των θησαυρών της και η βεβήλωση των ιερών και οσίων της, όπως τα περιγράφει με πόνο ψυχής ο σύγχρονος λόγιος και ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης, η προσωρινή (έως το 1261) διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και η μεταξύ των επιδρομέων σταυροφόρων διανομή των κτήσεων του καταλυθέντος χιλιόχρονου σχεδόν Χριστιανικού Ανατολικού Κράτους.
Η Βενετία, που, με τον πολυπράγμονα και πονηρό δόγη της, έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην πειρατική και τυχοδιωκτική επιχείρηση εκείνη, έλαβε στο μερίδιό της, κατά τη διανομή, τα σημαντικότερα λιμάνια της Αυτοκρατορίας και τα κυριότερα νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου. Έτσι στους Βενετούς ευπατρίδες, αδελφούς Ανδρέα και Ιερεμία Γκίζη, συγγενής του δόγη Δάνδολου, εκχωρήθηκαν το 1207 τα νησιά Τήνος, Μύκονος, Σκύρος, Σκιάθος και αργότερα το μισό τμήμα της Κέας και της Σερίφου, ενώ η Γαληνότατη Δημοκρατία των τεναγών του Αγίου Μάρκου, η Βενετία, διατηρούσε πάντοτε την επικυριαρχία των κτήσεων.
Μετά το θάνατο του τελευταίου γόνου των Γκίζη Γεωργίου Γ’, το έτος 1390, η Τήνος περιέρχεται υπό την άμεση εξουσία της Δημοκρατίας της Βενετίας ως τις 5 Ιουνίου του 1715, που ο τελευταίος Βενετός Διοικητής της Τήνου Bernando Baldi παρέδωσε σχεδόν αμαχητί το νησί στους Τούρκους. Η Τήνος απελευθερώνεται από τον τουρκικό ζυγό μετά την επανάσταση του 1821, μαζί με την υπόλοιπη Ελλάδα.
Η μακρόχρονη κυριαρχία της χριστιανικής Βενετίας έφερε οπωσδήποτε την Τήνο σε άμεση επαφή με τον προηγμένο δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό και την προοδευτική σκέψη. Αυτή υπήρξε, σε γενικότατες γραμμές, η ιστορική διαδρομή της Τήνου από το 1207 και εξής.
Ειδικότερα, η ιστορία της Ιεράς Μονής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, του Κεχροβουνίου Τήνου, ιστορία και δράση πνευματική και εθνικοθρησκευτική πολλών αιώνων, καλύπτεται, όπως συνήθως συμβαίνει και με τα άλλα μοναστήρια μας, από την αχλύ των ευσεβών θρύλων και χριστιανικών παραδόσεων και συμπλέκεται με την αμάρτυρη προφορική παράδοση, που σήμερα βέβαια έχει καταγραφεί και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ιστορικού παρελθόντος της Μονής.
Έτσι η παράδοση αναφέρει ότι τρεις ευσεβείς αδελφές από τον Τριπόταμο είδαν ταυτόχρονα το ίδιο όνειρο – όραμα, δηλαδή μια γυναίκα, που με επιτακτικό τρόπο τους υπεδείκνυε να μεταβούν στην κορυφή του όρους Κεχροβουνίου, να κτίσουν τρία κελλιά εκεί και να μονάσουν, στη θέση που υπήρχαν τρεις εκκλησίες, του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου, της Αγίας Τριάδας και των Παμμεγίστων Ταξιαρχών.
Οι γονείς και τ’ αδέρφια στους οποίους διηγήθηκαν το κοινό όνειρό τους. Τις απέτρεψαν από το να λάβουν μια τέτοια απόφαση και τις συμβούλεψαν να μην δώσουν καμιά σημασία στα όνειρά τους, τα οποία όμως επαναλήφθηκαν επίμονα. Τέλος, με τη συγκατάθεση και την οικονομική βοήθεια και των γονέων τους, οι τρεις αδελφές ξεκίνησαν την οικοδόμηση των κελλιών στο υποδειχθέν σημείο, το οποίο όμως, επειδή το βρήκαν ανεμόδαρτο από τους ασκούς του Αιόλου και γεμάτο φίδια, το θεώρησαν ακατάλληλο και επιχείρησαν να ανεγείρουν νοτιότερα το μοναστικό τους καταφύγιο. Αλλά με θαυματουργικό τρόπο κάθε πρωί της επομένης μέρας έβρισκαν γκρεμισμένο ότι είχαν κτίσει την προηγούμενη, ενώ τα εργαλεία τους είχαν μετακινηθεί στο αρχικό σημείο του Κεχροβουνίου, όπου και τελικά, σύμφωνα με τη θεία θέληση, έκτισαν τα τρία κελλιά, που αποτέλεσαν και τον αρχικό πυρήνα της μετέπειτα Μονής.
Όλα αυτά είναι ιστορικά αμάρτυρα και ανεπιβεβαίωτα και δεν μπορούν να προσδιοριστούν χρονολογικά, ώστε να αποτελέσουν μιαν αφετηρία συγκεκριμένη για την ίδρυση της Μονής.
Τις πρώτες έμμεσες, αλλά και βέβαιες και αναμφισβήτητες ιστορικές μαρτυρίες που αναφέρονται στην ύπαρξη και αρχαιότητα της Μονής έχομε σε έγγραφα των αρχαίων του ΙΖ’ αιώνα.
Πρόκειται κατά πρώτον για αχρονολόγητο έγγραφο που διέσωσε και δημοσιεύει σε ελληνική μετάφραση από το ιταλικό πρωτότυπό του ο γνωστός ιστορικός και αγωνιστής της Τήνου Δρόσος Ν. Δρόσος. Είναι η απολογία προς τον Διοικητή Τήνου Μιχαήλ του γνωστού και δραστήριου Δυτικού Επισκόπου Τήνου των δύο πρώτων δεκαετιών του ΙΖ’ αιώνα Γεωργίου 1ου Περπινιάνη (1594 – 1619).
Προσπαθώντας ο Ρωμαιοκαθολικός ιεράρχης, ο οποίος είχε και την εποπτεία του ορθόδοξου κλήρου, να αποσείσει και ανατρέψει τις αποδιδόμενες σ’ αυτόν κατηγορίες, διατυπώνει, ανάμεσα στα άλλα, το εξής ρητορικό ερώτημα, το οποίο φανερώνει τη μέχρι τότε επικρατούσα εκκλησιαστική κατάσταση στην Τήνο επί Βενετοκρατίας: Ρωτάει ο Επίσκοπος «Εάν όλοι οι ιερείς, οι καλόγηροι και αι καλόγραιαι του ελληνικού δόγματος εκδικάσθησαν πάντοτε και επί των ημερών των κυρίων του τόπου Γκίζη υπό Λατίνου Επισκόπου δι’ όλας τας τε πολιτικάς και εγκληματικάς πράξεις, και ότι παρά του Επισκόπου τούτου εξελέγετο η Ηγουμένη ως και η Οικονόμος του ελληνικού μοναστηριού των μοναχών και παρ’ αυτού του ιδίου εγκρίνεται ο Επιτηρητής των».
Το έγγραφο αυτό, το οποίο από εσωτερικά στοιχεία, όπως το γεγονός της κατηγορίας του Επισκόπου Περπινιάνη, μπορεί να χρονολογηθεί γύρω στα 1614, μας πληροφορεί ότι η δικαστική εξουσία επί του ορθοδόξου κλήρου και των μοναχών ασκούσε ο Δυτικός Επίσκοπος, ο οποίος εξέλεγε και την Ηγουμένη και την Οικονόμο του γυναικείου ορθόδοξου μοναστηριού, καθώς και τον Επιτηρητή του. Η τακτική αυτή στα εκκλησιαστικά πράγματα της Τήνου και ιδιαίτερα απέναντι στο γυναικείο μοναστήρι, που μας ενδιαφέρει, ακολουθούνταν ήδη από την εποχή που εξουσίαζε τη νησί η οικογένεια Γκίζη, δηλαδή από το 1207 ως το 1390 και στη συνέχεια και επί Βενετοκρατίας. Και ναι μεν δεν κατονομάζεται το γυναικείο ορθόδοξο μοναστήρι, αλλά χωρίς αμφιβολία για τη Μονή Κεχροβουνίου, η οποία, όπως μας πληροφορεί έμμεσα ο Περπινιάνη, υπήρχε ήδη από το 1207, την εποχή της Γκιζοκρατίας. Η πληροφορία αυτή του καθολικού Επισκόπου πρέπει να θεωρηθεί οπωσδήποτε αξιόπιστη, αφού ο Περπινιάνη θα είχε υπόψη του και το σχετικό αρχειακό υλικό, και, εξάλλου, σε έγγραφό του, δικαστικού – διοικητικού χαρακτήρα, δεν είναι δυνατόν να περιείχε πληροφορίες που μπορούσαν να ελεγχθούν ανακριβείς.
Έχομε λοιπόν ασφαλές terminus ante quem, χρόνο δηλαδή που προϋπήρχε η Μονή Κεχροβουνίου, το έτος 1207. Δεν φαίνεται δυνατή η ίδρυση της Μονής κατά την περίοδο της Γκιζοκρατίας (1207 – 1390), όταν δεν υπήρχε ορθόδοξος Επίσκοπος Τήνου και την γενική εκκλησιαστική εξουσία στο νησί ασκούσε ο Δυτικός Επίσκοπος. Πιστεύουμε ότι η λειτουργία και οργάνωση της Μονής θα πρέπει να τοποθετηθεί στον ΙΑ’ ή ΙΒ’ αιώνα, χωρίς να είναι δυνατός ακριβέστερος χρονολογικός προσδιορισμός. Τον Ι’ αιώνα θεωρούμε πολύ πρώιμη εποχή για την εμφάνιση οργανωμένου μοναχισμού στην Τήνο, αν και η αμάρτυρη παράδοση θέτει την ίδρυση της Μονής σε προγενέστερους ακόμη χρόνους, στον Η’ αιώνα.
Σε άλλο επίσημο έγγραφο, που δημοσιεύει πάλι ο Δρόσος, μεταγλωττισμένο στα ελληνικά από το ιταλικό πρωτότυπό του, υπόμνημα της 21ης Οκτωβρίου 1614 του ορθόδοξου Πρωτοπαπά της Τήνου Πέτρου Βιδάλε προς το Βενετό Προβλεπτή (Proveditore) του νησιού, εξ αφορμής της εφαρμογής του Γρηγοριανού ημερολογίου στους Καθολικούς της Τήνου και της ανωμαλίας που προκλήθηκε αφού οι Ορθόδοξοι ακολουθούσαν το Ιουλιανό, ανάμεσα σε πολλούς άλλους, υπογράφει και «ο παπά Μάρκος Κουμαριανός, ιερομόναχος και εφημέριος των μοναχών…εν ονόματι των καλογραιών». Πρόκειται ασφαλώς για τις μοναχές τις Μονής Κεχροβουνίου, τις οποίες εκπροσωπεί εδώ, με την υπογραφή του, ο εφημέριός τους ιερομόναχος Μάρκος Κουμαριανός.
Δυστυχώς, στο αρχείο της Μονής δεν σώζονται παλαιά έγγραφα ή άλλα στοιχεία, όπως ενθυμήσεις σε χειρόγραφα ή βιβλία, που να διαφωτίζουν την ιστορία των πέντε πρώτων ή και περισσοτέρων αιώνων της Μονής.
Θα πρέπει να φθάσομε στα μέσα του ΙΗ’ αιώνα για να βρούμε επίσημα πατριαρχικά έγγραφα (σιγίλλια) που αφορούν τη Μονή.
Μετά την κατάλυση της Βενετοκρατίας στην Τήνο, τον Ιούνιο του 1715, και την έναρξη της Τουρκοκρατίας, επέρχεται αλλαγή στα εκκλησιαστικά πράγματα του νησιού. Ο Δυτικός Επίσκοπος περιορίζει τώρα τις δικαιοδοσίες του μόνο στην Καθολική Εκκλησία της Τήνου, ενώ οι Ορθόδοξοι έχουν το δικό τους Επίσκοπο, στον οποίο υπάγονται. Παράλληλα όμως ανώτατη εκκλησιαστική αρχή και κορυφή της Ορθοδοξίας είναι το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.
Φαίνεται ότι ο τοπικός Ορθόδοξος Επίσκοπος Τήνου επενέβαινε πιεστικά στη διοίκηση και λειτουργία και κυρίως στην οικονομική διαχείριση της Μονής, της οποίας οι μοναχές το 1749, επί «Αρχιεπισκόπου» Τήνου Μελετίου, τριάντα πέντε έτη μετά την ανεξαρτητοποίηση της Ανατολικής Εκκλησίας από τη Δυτική, μετέβησαν στην Κωνσταντινούπολη και ζήτησαν να γίνει σταυροπηγιακό το μοναστήρι τους, δηλαδή να μην έχει στο εξής κανένα δικαίωμα επέμβασης σ’ αυτό ο τοπικός Επίσκοπος Τήνου ούτε και κανείς άλλος εκκλησιαστικός ή πολιτικός παράγοντας.
Πάγια τακτική του Οικουμενικού Πατριαρχείου ήταν να συγκατανεύει σε τέτοιου είδους αιτήσεις, δηλαδή στην παραχώρηση της σταυροπηγιακής αξίας στα μοναστήρια, αφού εξασφάλιζε και οικονομικά οφέλη μ’ αυτόν τον τρόπο, διότι οι σταυροπηγιακές Μονές, απευθείας υποκείμενες στην αποκλειστική δικαιοδοσία του οικονομικού θρόνου, κατέβαλλαν κάθε χρόνο στον Πατριάρχη οικονομική εισφορά, το λεγόμενο «ετήσιον δόσιμον».
Έτσι ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κύριλλος Ε’ ο από Νικομήδειας (α’ πατριαρχία, 28 Σεπτ. 1748 – τέλη Μαΐου 1751 β’, αρχές Σεπτ. 1752 – 16 Ιαν. 1757), ο επιλεγόμενος Καράκαλος, ικανοποίησε το αίτημα του γυναικείου μοναστηριού του Κεχροβουνίου και με σιγίλλιό του του έτους 1749 το ανακήρυξε σταυροπηγιακό, δηλαδή «ελεύθερον, ασύδοτόν τε και ακαταζήτητον». «Ασύδοτον» σημαίνει μη υποκείμενο σε κανενός είδους φορολογία και οικονομική επιβάρυνση. Το σιγίλλιο αυτό του 1749 δεν σώζεται σήμερα στη Μονή. Υπάρχει μόνο, σε απλό χαρτί, μια περίληψή του, που, όπως συμπέρανα από το είδος της γραφής, πρέπει να έχει γραφτεί στο β’ μισό του ΙΘ’ αιώνα. Πάντως πριν από τον Οκτώβριο του 1969, διότι φυλάσσεται στη Μονή ένα αντίγραφο της εν λόγω περιλήψεως με τη χρονολογία αυτή.
Σώζεται όμως η μολύβδινη βούλα του απολεσθέντος πατριαρχικού σιγιλλίου, με ανάγλυφη τη Θεοτόκο βρεφοκρατούσα στην πρόσθια όψη και το όνομα (Κύριλλος) και τον τίτλο του Πατριάρχη, καθώς και τη χρονολογία, ΑΨΜΘ’ (=1749) στην άλλη. Στον κώδικα της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Παρισίων Supplement grec 706 περιέχεται, υπ’ αριθ. 42, πρωτότυπο ανέκδοτο πατριαρχικό συνοδικό γράμμα του Κυρίλλου Ε’, σε περγαμηνή, του Μαΐου του έτους 1749, υπέρ της Μονής Κεχροβουνίου Τήνου. Επί του νώτου του έχει σημειωθεί η εξής περίληψη: «Του εν τη νήσω Τίνω μονηδρίου της υπεραγίας Θεοτόκου της Κοιμήσεως, Κτιτορικόν του μακαρίτου Χαλαβατζή». Άρχ.: Των πραγμάτων όσα καλώς τε και θεαρέστως και συν το δικαίω και επί λυσιτελεί σκοπώ διαπέπρακται ανακαινίζειν ειωθάσιν άνθρωποι… Το σιγίλλιο αυτό, του οποίου η περίληψη το χαρακτηρίζει ως «Κτιτορικόν του μακαρίτου Χαλαβαζή», δεν πιστεύω ότι ταυτίζεται, όπως έχει διατυπωθεί, με το σιγίλλιο του ιδίου Πατριάρχη Κυρίλλου Ε’ και του αυτού έτους 1749, που καθιερώνει και επικυρώνει τη σταυροπηγιακή αξία της Μονής Κεχροβουνίου Τήνου.
Φαίνεται ότι και μετά την καθιέρωση της Μονής ως σταυροπηγιακής εξακολούθησαν σ’ αυτήν οι επεμβάσεις της τοπικής Εκκλησίας. Έτσι, μετά από νέα αίτηση των μοναζουσών, έξι χρόνια μετά την έκδοση του πατριαρχικού σιγιλλίου του 1749, επί του ιδίου «Αρχιεπισκόπου» Τήνου Μελετίου, ο ίδιος Πατριάρχης Κύριλλος Ε’, στη δεύτερη πατριαρχία του, τον Νοέμβριο του 1755, απολύει νέο πατριαρχικό σιγίλλιο υπέρ του μοναστηριού της Παναχράντου Θεοτόκου της Τήνου, ¨Κυρίας των Αγγέλων επικεκλημένον¨, με το οποίο ανανεώνει το προηγούμενο έγγραφό του και επικυρώνει ξανά τη σταυροπηγιακή αξία του μοναστηριού ώστε να «ονομάζηται πάλιν και εις τον εξής άπαντα αιώνα και παρά πάντων γινώσκηται πατριαρχικόν, σταυροπηγιακών, ελεύθερον, αδούλωτον, ασύδοτον και ακαταπάτητον και όλως ανεπηρέαστον παρά παντός προσώπου ιερωμένου ή και λαϊκού, μετά πάντων των κτημάτων και αφιερωμάτων αυτού… μηδενί τινι άλλω υποκείμενον ή μη μόνον τω καθ’ ημάς πατριαρχικώ και οικουμενικώ θρόνω και υπ’ αυτού μόνον προστατευόμενον και δεσοζόμενον και εξουσιαζόμενον… μηδενί τινι οφείλον περέχειν ολοτελώς πολύ ή ολίγον τι δόσιμον μέχρι και οβολού, ουδ’ έχειν τις άδειαν, ούτε ο κατά τόπον αρχιερεύς ούτε άλλος τις το παράπαν, οποιασούν τάξεώς τε και καταστάσεως, κατεπεμβαίνειν αυτού και διενοχλείν και επηρεάζειν ταις εν αυτώ μοναζούσαις, ή δόσιν απαιτείν πολλήν ή ολίγην…»
Το σιγίλλιο εκτός από τον Πατριάρχη, συνυπογράφουν και οι συνοδικοί μητροπολίτες: ο Χαλκηδόνος (Σεπτ. 1747 – Μάρτ. 1761) Ιωαννίκιος Α’ Καρατζάς, πρώην αρχιεπίσκοπος Πεκίου και μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωαννίκιος Γ’(26 Μαρτ. 1761 – 21 Μαΐου 1763), ο Τορνόβου Θεόφιλος και ο από Μονεμβασίας μητροπολίτης Κρήτης, Κρητικός αυτός, Γεράσιμος Β’ ο Λετίτζης ή Γέροντας (1725 – 1755).
Από το πατριαρχικό γράμμα του 1755 πληροφορούμαστε επίσημα και την παλαιά προσωνυμία της Μονής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου της Τήνου ως ¨Κυρίας των Αγγέλων¨.
Το σιγίλλιο γραμμένο σε μεμβράνη, διαστ. 0,50Χ0,510/0,440 μ., σώζεται στη Μονή και είναι ένα από τα πολυτιμότερα ιστορικά ντοκουμέντα της. Δυστυχώς, σε πολλά σημεία του που είχε αποχρωματισθεί το μελάνι του, έχουν ανανεωθεί το μελάνι και η γραφή, πριν από κάποιες δεκαετίες ίσως, και πολλές λέξεις, που δεν μπορούσε να διαβάσει αυτός που έκανε την ανεπίτρεπτη επέμβαση, τις έχει παραποιήσει.
Η μολύβδινη βούλα που έχει αποκοπεί και σώζεται μόνον η κλωστή, η λεγόμενη μήρινθος, απ’ όπου ήταν περασμένη («απηωρημένη»). Αλλά σώζεται στη Μονή, ανεξάρτητα από το σιγίλλιο, μια δεύτερη βούλα του Πατριάρχη Κυρίλλου Ε’, ίδια όπως και η προηγούμενη, λίγο μικρότερη στις διαστάσεις της, όπου όμως δεν διαβάζεται σήμερα η χρονολογία. Πιστεύουμε ότι πρόκειται για τη μολύβδινη βούλα του σιγιλλίου του 1755. Στο νώτο της μεμβράνης υπάρχει η σημείωση: «γυναικείον / μοναστήριον εν τη νήσω Τήνω της Παναγίας Κυρίας των Αγγέλων / κείμενον μεταξύ Δύο Χωριών του τε Αρνάδου και Μουντάδου».
Η Μονή Κεχροβουνίου, ως σταυροπηγιακή από του έτους 1749, κατέβαλλε κάθε χρόνο στο Οικουμενικό Πατριαρχείο την καθορισμένη τακτική και υποχρεωτική οικονομική εισφορά. Σώζονται στο αρχείο της Μονής οι πατριαρχικές εξοφλητικές αποδείξεις των ετησίων δοσιμάτων, ποσού 10 γροσίων, των ετών 1800 και 1801 του πατριάρχη Νεοφύτου Ζ’ και του έτους 1802, του πατριάρχη Καλλινίκου Δ’. Υπάρχει επίσης έντυπη συνοδική απόφαση του 1820, του πρωτομάρτυρα και ιερομάρτυρα του Έθνους και της Πίστης πατριάρχη Αγίου Γρηγορίου Ε’, βάσει της οποίας υποχρεώνεται η Μονή, όπως και όλα τα άλλα σταυροπηγιακά μοναστήρια, να καταβάλει την εισφορά της για το Πατριαρχείο, που είναι ακόμη 10 γρόσια, στον τοπικό αρχιερέα, ο οποίος αναλαμβάνει και την ευθύνη της αποστολής. Και πράγματι, στο ίδιο έγγραφο επάνω, ο Τήνου Γαβριήλ (1810 – 1830) «υποβεβαίοι» την είσπραξη του ποσού αυτού.

***
TOP

BACK
HOME
NEXT
Contact us

Copyright © 2003 Vincenzo Travel Agency. All rights reserved.
Francois Web design