π. ΜΑΡΚΟΥ ΦΩΣΚΟΛΟΥ

 

ΚΑΘΟΛΙΚΟΙ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΣΤΗΝ ΤΗΝΟ ΤΟΝ 18ο ΑΙΩΝΑ

 

Πρόλογος*

 Είναι γνωστό πως οι σχέσεις μεταξύ των καθολικών και των ορθοδόξων σ’ όλα εκείνα τα νησιά που έχουν «μικτό» πληθυσμό (αν είναι επιτρεπτή μια τέτοια έκφραση), άλλαζαν από καιρού εις καιρόν και λειτουργούσαν με όση κίνηση τους παρέχουν όλοι εκείνοι οι μηχανισμοί που ενυπάρχουν στις λεγόμενες κλειστές κοινωνίες  όλων των εποχών [1] .

 Εξωτερικοί παράγοντες -οπότε ξένοι προς τον τόπο, τους ανθρώπους του και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαβίωναν- επιδρούσαν συχνά στις σχέσεις μεταξύ των κατοίκων οι οποίοι διέφεραν μεταξύ τους, κατά βάση, μόνο στους εξωτερικούς λατρευτικούς τύπους που ακολουθούσαν. Τότε είχαμε συμπτώματα διχόνοιας μέσα στην τηνιακή κοινωνία, όχι μονάχα στις θρησκευτικές εκδηλώσεις, αλλά οι προεκτάσεις αυτής της διχόνοιας, κάποιες φορές, έφτασε και στη σύγκρουση στο κοινωνικό και στο πολιτικό πεδίο της τοπικής ζωής. Μερικές φορές συνέβηκε και το αντίστροφο: κοινωνικές και πολιτικές διαφορές και διαμάχες παρουσιάζονταν κατάλληλα από ορισμένους παράγοντες της τοπικής ζωής, ως θρησκευτικές διαφορές και έριδες, για τις οποίες προέτρεπαν τους κατοίκους να αγωνιστούν, επειδή, δήθεν, αφορούσαν την πίστη τους.

 Σκοπός μας είναι να εξετάσουμε πώς διαμορφώθηκαν οι σχέσεις μεταξύ των δυο δογμάτων στην Τήνο, στα αμέσως επόμενα χρόνια του 1715, έτος κατάληψης της Τήνου από τους Τούρκους. Μετά τη σημαδιακή αυτή χρονολογία, αλλαγές επήλθαν όχι μόνο στον τρόπο διακυβέρνησης του νησιού, αλλά και στη διοίκηση των δυο θρησκευτικών κοινοτήτων που απάρτιζαν οι κάτοικοί του. Χάριν ενημέρωσης θα αναφερθώ περιληπτικά στο θρησκευτικό καθεστώς που επικράτησε στην Τήνο σ’ όλη τη διάρκεια της Βενετοκρατίας. Έτσι θα γίνει ευκολότερα καταληπτή η προβληματικότητα που αντιμετώπισαν οι επικεφαλής των δυο θρησκευτικών κοινοτήτων της Τήνου στο διάστημα της Τουρκοκρατίας.

Το πολιτικό καθεστώς με το οποίο είχε κυβερνηθεί το νησί στα αμέσως προηγούμενα 325 χρόνια (και αν υπολογίσουμε και τα χρόνια της Γκιζοκρατίας 1207-1390: 508 χρόνια για όλη την περίοδο 1207-1715) είχε επιβάλλει ένα ιδιόρρυθμο θρησκευτικό καθεστώς, συνηθισμένο μεν στη νοοτροπία των φεουδαρχικών κοινωνιών Ανατολής και Δύσης, αλλά που δεν ανταποκρινόταν στην αντικειμενική κατάσταση των κατοίκων της Τήνου, που ανήκαν στα δυο χριστιανικά δόγματα της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας [2] . Έτσι, ξεκινώντας από το έτος 1715, έχουμε μια ριζική αλλαγή στα θρησκευτικά δεδομένα της Τήνου, που όσο περνούσε ο καιρός εδραιωνόταν όλο και περισσότερο. Το γεγονός που χαρακτηρίζει όλον τον 18ο αιώνα στη θρησκευτική ιστορία του νησιού είναι το ότι μέσα σ’ αυτόν τον αιώνα ξεχώρισαν οριστικά οι δυο κοινότητες η μια από την άλλη, απέκτησαν τη δική τους φυσιογνωμία και έδωσαν αρχή σε άλλες διεργασίες στο εσωτερικό τους, που συχνά προέρχονταν είτε από εξωτερικές επιρροές είτε από την αντιπαλότητα που καλλιεργούσαν διάφοροι παράγοντες, θρησκευτικοί και μη.

 Γνωρίζω πως είναι ένα δύσκολο και «λεπτό» θέμα αυτό που καταπιάνομαι, γιατί, δυστυχώς, η νοοτροπία των πληρωμάτων και των δυο κοινοτήτων -παρόλο που πέρασαν από τότε περίπου 300 χρόνια- δεν άλλαξε ουσιαστικά. Μάλιστα, θα πρέπει να είμαστε ειλικρινείς και να ομολογήσουμε πως μερικοί άνθρωποι του 18ου αιώνα ήταν πιο ανοιχτοί στην ευαγγελική επιταγή για αγάπη και ομόνοια, απ’ ότι μερικοί «χριστιανοί» της σημερινής Τήνου. Παρόλα ταύτα, δεν θα συμμορφωθώ μ’ αυτή τη νοοτροπία και θα προσπαθήσω να ερευνήσω το θέμα που διάλεξα για μελέτη και έρευνα με όση γίνεται περισσότερη αντικειμενικότητα, γιατί, για όσους πιστεύουν και πέρα απ’ τους εξωτερικούς τύπους, η αλήθεια δε ζημιώνει την αγάπη, όταν αυτή η δεύτερη υφίσταται πραγματικά. Αντίθετα, μάλιστα, η αλήθεια απελευθερώνει, κατά το λόγο του Χριστού (Ιω 8,32). Και κάτι τέτοιο είναι εφικτό μόνο αν χρησιμοποιήσουμε τα έγγραφα που συνέταξαν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές, αφήνοντας αυτά να μιλήσουν άμεσα και να περιγράψουν τα όποια γεγονότα χαρακτήρισαν τον 18ο αιώνα, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο έγιναν αντιληπτά τα γεγονότα αυτά από τους πρωταγωνιστές και τον λαό της Τήνου.

 Αυτό κατέστη δυνατό χάρη στη δυνατότητα που προσφέρει σήμερα στον ιστορικό και στον ερευνητή το Αρχείο της Καθολικής Εκκλησίας της Τήνου (στη συνέχεια: ΑΚΤ) και το Αρχείο της Ρωμαϊκής Συνόδου για τη Διάδοση της Πίστης, η γνωστή «Sacra Congregatio de Propaganda Fide» (στη συνέχεια: APF) να έρθει σε επαφή με τα κυριότερα γραπτά μνημεία που άφησαν πίσω τους οι πρωταγωνιστές των γεγονότων και οι υπεύθυνοι των δυο θρησκευτικών κοινοτήτων της Τήνου μέσα στον 18ο αιώνα. Τα έγγραφα αυτά, ως επί το πλείστον επιστολές, μπορούν να ρίξουν αρκετό φως στο θέμα μας. Και στα δυο αυτά αρχεία συναντήσαμε έγγραφα που προέρχονται και από τις δυο πλευρές. Ως αρωγός στο έργο της αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας ήρθε και η προγενέστερη ιστοριογραφία και βιβλιογραφία, την οποία παραθέτω στο τέλος. Ιδιαίτερη αξία, όμως, έχει η αλληλογραφία που αντάλλαξαν σ’ όλη αυτή την περίοδο, οι επικεφαλής αρχιερείς και των χριστιανικών κοινοτήτων.

Το σχέδιο-σκελετός πάνω στο οποίο ανέπτυξα την έρευνα μου στην παρούσα μελέτη, αναφορικά με το πλέγμα της θρησκευτικής προβληματικότητας που αντιμετώπισε η ιεραρχία, ο κλήρος και ο λαός της Τήνου κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, είναι το παρακάτω:

 

Κεφ. 1: Το θρησκευτικό καθεστώς στην περίοδο της Βενετοκρατίας

και η αλλαγή του σκηνικού, στα 1715.

Κεφ. 2: Οι πρωταγωνιστές:

α) Ο τηνιακός λαός στα χρόνια της τουρκοκρατίας.

   β) Οι καθολικοί επίσκοποι Τήνου.

   γ) Οι ορθόδοξοι αρχιεπίσκοποι Τήνου.

Κεφ. 3: Τα προβλήματα και η λύση του 1749.

α) Η κοινή λατρεία ή «η εν τοις ιεροίς κοινωνία»

   β) Οι μικτοί γάμοι

   γ) Οι εκκλησίες διπλής λατρείας και η ιδιοκτησία τους

   δ) Οι αλλαγές δόγματος στους πιστούς

 

Κεφ. 4: Οι διαβουλεύσεις του 1785 και το ναυάγιό τους.

Τα σπουδαιότερα έγγραφα.

Έγγραφα που χρησιμοποίησα και βιβλιογραφία.

 

Κεφάλαιο 1: Το θρησκευτικό καθεστώς στην περίοδο της Βενετοκρατίας και η αλλαγή του σκηνικού, στα 1715.

Είναι πέρα από κάθε αμφιβολία πως η πολιτική αλλαγή του 1715, με την τουρκική κατάκτηση του νησιού, ευνόησε την Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία μπόρεσε να αποκτήσει απόλυτη ελευθερία κινήσεων και δράσης, η οποία, ως ένα βαθμό, της έλειπε και έτσι μπόρεσε να αποκτήσει μια δική της ταυτότητα, μέσα στα πλαίσια και τους θεσμούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί από το 1453 και μετά.

Όλη την περίοδο της Γκιζοκρατίας και της Βενετοκρατίας (1207-1390, 1390-1715) η ελευθερία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Τήνο ήταν περιορισμένη από το γεγονός ότι στερούταν τον φυσικό της ποιμένα. Αλλά και αυτή η φυσιογνωμία της δεν ήταν πολύ ξεκάθαρη, αφού ο τρόπος για τον οποίο γίνεται λόγος για τους ορθοδόξους όλη αυτή την περίοδο είναι δισήμαντος: ο χαρακτηρισμός «greci» στα έγγραφα, για τους συντάκτες τους σημαίνει ή ορθόδοξοι ή καθολικοί που ακολουθούν το βυζαντινό τυπικό.

Στην Τήνο, από το 1207 μέχρι το 1715, δεν υπήρξε ορθόδοξος επίσκοπος. Δε γνωρίζουμε κατά πόσο οι Γκίζηδες βρήκαν στο νησί ορθόδοξο επίσκοπο όταν έφτασαν στα 1207. Πάντως αν βρήκαν, αυτός ή εξορίστηκε ή δέχτηκε να υποταχτεί κάτω από τη δικαιοδοσία του Λατίνου πατριάρχη της Πόλης, όπως συνέβηκε με τους επισκόπους των άλλων βυζαντινών πόλεων, όπως ενδεχομένως της γειτονικής Σύρου [3] . Ο τελευταίος γνωστός βυζαντινός επίσκοπος Τήνου που μαρτυρείται είναι ο Βασίλειος, σε εποχή μετά το έτος 1060, δηλ. 130 χρόνια πριν την άφιξη των Γκίζηδων, την ίδια εκείνη εποχή που συντελέστηκε (αλλά που δεν εδραιώθηκε) το σχίσμα της Εκκλησίας στην Ανατολή (1054). Πάντως, το πρώτο όνομα Λατίνου επισκόπου στην Τήνο, το συναντούμε στα 1295: ήταν ο μοναχός Βονιφάτιος (1295-1300) αγνώστων λοιπών στοιχείων [4] . Δεν έχουμε καμιά πληροφορία για τα 90 χρόνια που προηγήθηκαν, αλλά από τότε ο κατάλογος των καθολικών επισκόπων του νησιού, μέχρι σήμερα, είναι συνεχής.

Μοναδικός πνευματικός υπεύθυνος καθολικών και ορθοδόξων ήταν ο καθολικός επίσκοπος. Ο ίδιος εξέλεγε ένα «Έλληνα πρωτοπαπά» [5] , με ισόβια θητεία, που ποίμαινε το ορθόδοξο πλήρωμα κατά εξουσιοδότησή του. Ο ίδιος ο επίσκοπος ασκούσε τα δικαστικά δικαιώματα που του είχαν αναγνωρίσει οι Γκίζηδες και που είχαν δεχτεί στη συνέχεια και οι Βενετοί, πάνω στον καθολικό και στον ορθόδοξο κλήρο. Ήταν, επίσης, υποχρεωτική η καταβολή της «δεκάτης» και ορισμένων άλλων τελών, όπως για την έκδοση άδειας γάμου, κηδείας, χειροτονίας, κ. ά. [6] .

 Κρίνοντας με σημερινά κριτήρια το θρησκευτικό καθεστώς που επιβλήθηκε, θα το χαρακτηρίζαμε έξω από κάθε εκκλησιαστική νομιμότητα και τάξη. Αλλά θα κάναμε το βασικό λάθος να κρίνουμε μια εποχή με τα κριτήρια μιας άλλης. Στα φεουδαρχικά συστήματα θεωρούσαν απαραβίαστα τα αξιώματα «talis grex, qualis rex» και «cuius regio eius et religio». Παρόλα ταύτα, την κατάσταση που επικρατούσε στο εσωτερικό της ορθόδοξης εκκλησίας της Τήνου δε μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε ως ανελεύθερη και καταπιεστική, όπως συχνά μερικοί αναφέρουν, βγάζοντας αυθαίρετα συμπεράσματα και για την Τήνο, στηριζόμενοι σε καταστάσεις που επικρατούσαν σε άλλα μέρη. Η επισκοπική δικαιοδοσία πάνω στους ορθοδόξους ήταν στην ουσία τυπική. Η μόνη ουσιαστική δικαιοδοσία που είχε ο εκάστοτε επίσκοπος ήταν η δικαστική, σε θέματα παράβασης των ισχυόντων κανονικών και πολιτικών (ποινικών και αστικών) νόμων και διατάξεων. Ο επίσκοπος θεωρούνταν ως ο «φυσικός δικαστής» του κλήρου και δεν μπορούσε να παραχωρηθεί αυτή η δικαιοδοσία στις πολιτικές αρχές. Την ουσιαστική ευθύνη για τη διαποίμανση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Τήνου την είχε ο πρωτοπαπάς και το συμβούλιο του. Ο Λατίνος επίσκοπος είχε πάντοτε το δικαίωμα να επεμβαίνει κατά την κρίση του, αλλά το έκανε σπανιότατα, περιοριζόμενος από τις βενετικές πολιτικές αρχές.

 Η βενετική διοίκηση του νησιού, όπως και εκείνη της Χαλκίδας (το Νεγρεπόντε, από το οποία εξαρτιόταν μέχρι την τουρκική κατάληψη του 1470) και της Κρήτης (στην οποία υπαγόταν μέχρι το 1669) και της ίδιας της Βενετίας, γνώριζαν και ομολογούσαν στα έγγραφά τους πως στην Τήνο υπήρχαν ορθόδοξοι υπήκοοι, που ζούσαν κάτω από την δικαιοδοσία του καθολικού επισκόπου. Έχουμε και συχνότατες μαρτυρίες των τοπικών επισκόπων που μαρτυρούν το ίδιο πράγμα, είτε άμεσα είτε έμμεσα, όπως στην περίπτωση του επισκόπου Μάρκου Grimani που επέτρεψε στον πρωτονοτάριο του οικουμενικού Πατριαρχείου Θεοδόσιο Ζυγομαλά να μαζέψει χρήματα και προσφορές για ενίσχυση του Πατριαρχείου (1575) [7] . Άλλοι, πάλι, όπως ο επίσκοπος Ιεραπόλεως Ιωσήφ Μαρία Sebastiani θεωρεί όλους τους ορθόδοξους της Τήνου ως καθολικούς που ακολουθούν το «rito greco» (1667) [8] . Είναι αλήθεια, όμως, και επιβεβαιώνεται από αρκετές μαρτυρίες που έχουν σωθεί, πως και μετά το 1715 υπήρχαν οικογένειες που θεωρούσαν τον εαυτό τους ενσωματωμένο στην Καθολική Εκκλησία, παρόλο που εξακολουθούσαν να εκκλησιάζονται σε ορθόδοξο ναό και να τηρούν το βυζαντινό τυπικό, όσον αφορά τις εορτές, τις νηστείες κ.ο.κ. [9] .

 Σε πολλές εκκλησίες του νησιού υπήρχαν δυο θυσιαστήρια, που προορίζονταν για τον καθολικό και για τον ορθόδοξο ιερέα που ήθελαν να ιερουργήσουν εκεί [10] . Δεν πρόκειται για κάποια αναγκαστική επιβολή αυτού του θεσμού των ναών «κοινής λατρείας» από την πολιτική ή θρησκευτική διοίκηση [11] , αλλά αυτό προερχόταν από την πρακτική ανάγκη των πιστών και των δυο δογμάτων: η κοινή ευλάβεια προς τον ένα ή τον άλλο άγιο και ακόμα η αγάπη προς τη μια ή την άλλη εκκλησία ή εξωκκλήσι, οδηγούσαν στην ανέγερση δυο θυσιαστηρίων. Αυτό τεκμηριώνεται και από το γεγονός ότι οι μόνες εκκλησίες που μας είναι γνωστές ως «κοινής λατρείας» ήταν εξωκκλήσια, ιδιωτικά ως επί το πλείστον. Η ίδρυση ναών «διπλής λατρείας» προήλθε και από την επιθυμία του ορθόδοξου κλήρου να μην ιερουργεί σε θυσιαστήρια όπου ιερουργούσαν Λατίνοι ιερείς. Παρακάτω θα δούμε πώς μοιράστηκαν αυτές οι εκκλησίες, και μετά τον χωρισμό των δυο δογμάτων, από το 1750 και μετά.

Γνωρίζουμε πώς μέσα στην ορθόδοξη ενοριακή εκκλησία του Κάστρου που ήταν αφιερωμένη στην Αγία Παρασκευή (που ήταν και η έδρα του ορθόδοξου πρωτοπαπά), υπήρχε και ένα θυσιαστήριο για τον Λατίνο ιερέα, αφιερωμένο και αυτό στην ίδια αγία [12] . Οι πληροφορίες που μας δίνει ο γνωστός περιηγητής P. Tournefort σχετικά με την «κοινή λατρεία» στον καθεδρικό ναό του νησιού [13] , δεν είναι σωστές γιατί διαψεύδονται από άλλα σύγχρονα έγγραφα, περισσότερο αξιόπιστα, όπως η έκθεση που έστειλε στη Ρώμη ο επίσκοπος Τήνου Νικόλαος Ρήγος (6 Μαΐου 1632) [14] .

 Ένα άλλο προνόμιο του Λατίνου επισκόπου, ως προς την Ορθόδοξη Εκκλησία του νησιού, ήταν να χορηγεί τα «συστατικά γράμματα» στους υποψηφίους για ιεροσύνη (ύστερα από αίτηση και παρουσίαση του πρωτοπαπά) με τα οποία τους επέτρεπε να χειροτονηθούν από κάποιον ορθόδοξο αρχιερέα έξω από το νησί και μετά, επιστρέφοντας στην Τήνο, εξασκούσαν επιτόπου τα ιερατικά τους καθήκοντα. Παρόλο που δεν επιτρεπόταν η φυσική παρουσία ορθόδοξου επισκόπου στην Τήνο κατά τη διάρκεια όλης της βενετοκρατίας, αφού θεωρούνταν ως διορισμένος από μια αρχή (το οικουμενικό πατριαρχείο) που υπαγόταν σε εχθρική προς τη Βενετία δύναμη, σήμερα μας είναι γνωστή όχι μόνο η παρουσία, αλλά και η προσωρινή εγκατάσταση ορθόδοξου επισκόπου στο νησί κατά την ύστερη βενετοκρατία, όπως για παράδειγμα του πρώην Άνδρου Γρηγορίου Β΄ Δαπόντε (επίσκοπος Άνδρου στις περιόδους 1699, 1701-1705, 1713) στα χρόνια 1704-1706, όταν ήταν επίσκοπος Τήνου ο Πέτρος Μάρτυρας Ιουστινιάνης (1700-1715) [15] . Η παρουσία του Γρηγορίου δεν ήταν κρυφή, όπως είχε αναφερθεί για περιπτώσεις κρυφών παρουσιών ορθοδόξων αρχιερέων στη βενετοκρατούμενη Κρήτη [16] , αλλά αναφέρεται απερίφραστα σε έγγραφα του επισκόπου Ιουστινιάνη, όπως στην περίπτωση χειροτονίας κάποιου Νεκτάριου από την Κέα, διακόνου στο μοναστήρι της Παναχράντου της Άνδρου (13 Δεκεμβρίου 1704) [17] , κάποιου Νικόλαου Κουβαρά (24 Ιανουαρίου 1705) [18] και άλλων ακόμα. 

 Η τηνιακή ιστοριογραφία αναφέρεται αποσπασματικά σε ορισμένες υπερβάσεις των Λατίνων επισκόπων στις δικαιοδοσίες που τους αναγνώριζε η βενετική πολιτική εξουσία και νομοθεσία. Έτσι, γίνεται λόγος πως ο Λατίνος επίσκοπος απαγόρευε την ανοικοδόμηση εκκλησιών και εξωκλησιών, πως ανάγκαζε ποικιλοτρόπως τους ορθοδόξους να περάσουν στην Καθολική Εκκλησία, πως τους υποχρέωνε να ακούν κηρύγματα καθολικών ιερέων και μοναχών κ.ά. [19] Απ’ όλα αυτά, όμως, αν και έχουν αναφερθεί πως συνέβηκαν σε άλλες ελληνικές περιοχές, με κανένα τρόπο δεν μπορεί ν’ αποδειχθεί πως συνέβηκαν στην Τήνο. Έχουμε, μάλιστα μαρτυρίες για το αντίθετο, όπως για παράδειγμα το μαρτυρεί ο μεγάλος αριθμός ορθόδοξων εκκλησιών και εξωκκλησίων στο νησί, τουλάχιστο για όλη εκείνη την περίοδο που μας είναι δυνατόν να την τεκμηριώσουμε από γραπτά μνημεία. Τις φορές εκείνες που Λατίνοι επίσκοποι έδειξαν «υπερβάλλοντα ζήλο», επενέβαινε η βενετική διοίκηση ή για να ακυρώσει τις πράξεις τους ή για να τις μετριάσει.

Έστω και αν δεν υπάρχουν ιστορικές αποδείξεις που να τεκμηριώνουν τη θεωρεία για μαζικούς εκλατινισμούς στα χρόνια της γκιζοκρατίας, οι πληροφορίες για την αυξομείωση του πληθυσμού [20] , επιβάλλουν τη ριζική αναθεώρηση της. Για τους μετέπειτα από την γκιζοκρατία χρόνους, υπάρχουν μαρτυρίες που επιβεβαιώνουν συστηματικό προσηλυτισμό των Λατίνων προς το ανατολικό δόγμα: «(Οι ορθόδοξοι ιερείς είναι) πολύ σταθεροί στους ρυθμούς των (δηλ. στην τήρηση των εθίμων και του τυπικού τους) και που ούτε μπορεί κανείς να τους βγάλει απ’ ορισμένες θρασείς καταχρήσεις τους, με πολύ ζήλο για το ρυθμό τους, που  για να φέρουν ένα Λατίνο στον  ελληνικό ρυθμό κάνουν καθετί το δυνατό, μ’ έμμεσους τρόπους, μαζεύοντάς τους στις εκκλησίες τους και πείθοντάς τους να ενωθούν σε γάμο (οι πιστοί τους) με γυναίκες λατινικού ρυθμού για να βαφτίσουν όλα τους τα παιδιά ορθόδοξα. Τότε και κάνουν τους γάμους χωρίς την άδεια του επισκόπου ακόμα και σε απαγορευμένους βαθμούς συγγενείας και για τούτο φτύνω αίμα για να τακτοποιήσω αυτές τις αταξίες, επειδή τα όργανα της πολιτικής εξουσίας δεν θέλουν να τους ενοχλήσουν ούτε να τους επιβάλλουν την τάξη σε τίποτα, αλλά να ζουν ελεύθεροι. Αυτό μου δημιουργεί τη μεγαλύτερη δυσκολία, που μπορώ να αισθανθώ στη διοίκηση, προς το παρόν βρίσκω πάνω από 500 παιδιά γεννημένα από Λατίνους, αλλά που βαφτίστηκαν ορθόδοξα» (από την έκθεση του επισκόπου Νικολάου Ρήγου προς την Αγία Έδρα, της 6 Μαΐου 1632) [21] .

 Το φαινόμενο αυτό διατηρήθηκε μέχρι και το τέλος της βενετοκρατίας. Μια διαταγή σχετική μ’ αυτό το θέμα τη δίνει ο επίσκοπος Π. Μ. Ιουστινιάνης προς τον παπά Γιάννη Απέργη και τους γιους του (που ήταν και αυτοί ιερείς) γιατί προσπάθησαν να προσηλυτίσουν 3 Λατίνους, απειλώντας να τους θέσει σε αργία αν επαναληφθεί κάτι το παρόμοιο «ενάντια στις διαταγές που ορίζουν την τήρηση του ρυθμού του καθένα... Σας διατάζουμε πως δεν πρέπει να πραγματοποιείστε αυτό ούτε σ’ αυτούς ούτε σε άλλους του λατινικού ρυθμού, όπως και οι Λατίνοι εφημέριοι δεν μπερδεύονται σε κείνες τις ψυχές που είναι του ελληνικού ρυθμού. Αυτό θα τηρηθεί απ’ τον καθένα, αλλιώς θα τιμωρηθεί με άμεση αργία...» (25 Μαρτίου 1706) [22] . 

Ανάλογες υποδείξεις είχαν δοθεί από την ίδια την Αγία Έδρα, με τις Βούλλες των παπών Λέοντα Ι΄ (18 Μαΐου 1521) [23] , Κλήμη Η΄ (26 Μαρτίου 1526) [24] , Παύλου Γ΄ (22 Ιουνίου 1549) κ.ά. [25] . Αλλά, σχετικές διαταγές που απαγόρευαν την αλλαγή δόγματος, είχαν εκδοθεί και από τις βενετικές αρχές, γιατί οι αλλαγές αυτές ήταν, συχνά, αιτίες και αφορμές για τη δημιουργία ταραχών [26] .

 Η κατάλυση της βενετοκρατίας του 1715 αποτέλεσε σταθμό για την ιστορία του νησιού, επειδή τότε αρχίζουν να αλλάζουν ριζικά τα πράγματα σ’ όλους τους τομείς της ζωής των κατοίκων της Τήνου, στον πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό, και βέβαια τον θρησκευτικό. Τον Ιανουάριο εκείνου του έτους, δηλαδή λίγους μήνες πριν την τουρκική επιδομή, είχε πεθάνει και ο Λατίνος επίσκοπος Πέτρος Μάρτυρας Ιουστινιάνης και δεν υπήρχε κάποιο υπεύθυνο πρόσωπο για να υπερασπιστεί τα προνόμια και τα δικαιώματα της Καθολικής Επισκοπής. Η συνθήκη με την οποία παρέδωσαν οι Βενετοί το νησί στους Τούρκους, εξασφάλιζε αυτοδιοίκηση και θρησκευτική ελευθερία [27] . Η αλλαγή αυτή είχε σημαντική επιρροή στην κοινωνική ζωή του τόπου, που με τη σειρά της σημάδεψε, μέσα στους αιώνες που ακολούθησαν, διάφορες θρησκευτικές εκδηλώσεις [28] .

 Μετά το θάνατο του επισκόπου Πέτρου Μάρτυρα Ιουστινιάνη και την τουρκική κατάκτηση του νησιού, δραστηριοποιήθηκαν όλοι οι μηχανισμοί της Καθολικής Εκκλησίας της περιοχής, για να εξασφαλιστεί η συνέχεια στη διαδοχή και να ονομασθεί γρήγορα ο νέος επίσκοπος. Η ονομασία, από τη Ρώμη, ήρθε πολύ γρήγορα, στο πρόσωπο του ιερέα Δον Γεώργιου Πρίντεζη από τη Σύρο, ο οποίος, όμως, δεν πρόλαβε να χειροτονηθεί επίσκοπος, αφού λίγες μέρες μετά που έλαβε την είδηση της εκλογής του απεβίωσε. Έτσι η κατάσταση συνέχιζε να παραμένει ρευστή. Με μια επιστολή που έστειλε στη Ρώμη ανώνυμος «Αποστολικός Βικάριος Χίου και Σμύρνης», ανέφερε τον θάνατο του εψηφισμένου επισκόπου και πρότεινε την όσο το δυνατό συντομότερη ονομασία του Νικολάου Cigala, ιερέα από τη Σαντορίνη, αποστολικού πρωτονοταρίου και Βικαρίου της επισκοπής Άνδρου, σε νέο επίσκοπο Τήνου-Μυκόνου. Όπως πληροφορούσε την Αγία Έδρα ο ανώνυμος επιστολογράφος, ο ορθόδοξος μητροπολίτης Άνδρου, «κάποιος Καΐρης» (πρόκειται, μάλλον, για τον Διονύσιο Καΐρη), προσπαθούσε με τη βοήθεια του πατριάρχη να συγκεντρώσει χρήματα και να εξαγοράσει από τον σουλτάνο την επισκοπική έδρα της Τήνου, εξασφαλίζοντας και την ιδιοκτησία των περιουσιακών στοιχείων της καθολικής επισκοπής, τα οποία, στο μεταξύ, ο σουλτάνος τα είχε παραχωρήσει σε κάποιον Τούρκο καδή [29] . Παρόμοια επιστολή έστειλε στη Ρώμη και ο αρχιεπίσκοπος Νάξου Αντώνιος Ιουστινιάνης, προτείνοντας και αυτός τον Ν. Cigala, ο οποίος ήταν «υπήκοος του σουλτάνου και κάτω από την προστασία της Γαλλίας» και, όπως θα πληροφορηθούμε αργότερα, βαφτισμένος στην ορθόδοξη εκκλησία [30] .

 Πραγματικά, η Αγία Έδρα ονόμασε τον Νικόλαο Cigala ως νέο επίσκοπο Τήνου-Μυκόνου [31] , και ο οποίος όταν έφτασε στο νησί, βρήκε την επισκοπή και την κινητή και ακίνητη περιουσία της σε άκρως θλιβερή κατάσταση. Ο Τούρκος καδής, στον οποίο είχε περιέλθει η επισκοπική περιουσία, είχε φτάσει στο σημείο να ξεστεγάσει και τα οικήματα της επισκοπής στην Ξινάρα για να πουλήσει τις «τράβες» στην Κάρυστο! Άρχισε τότε ο επίσκοπος ένα σκληρό αγώνα για να μπορέσει να διασώσει κάποια περιουσιακά στοιχεία, και για το σκοπό αυτό πούλησε ό,τι πολύτιμο είχε απομείνει από τον καθεδρικό ναό, αφού και αυτός είχε κατεδαφιστεί μέσα στο Κάστρο. Προς τον σκοπό αυτό, δηλαδή τη συγκέντρωση χρημάτων, βοήθησαν με αυθόρμητες προσφορές όλοι οι Τηνιακοί καθολικοί. Με τα χρήματα αυτά εξαγοράστηκαν οι Τούρκοι αξιωματούχοι, και εξασφαλίστηκαν οι παρεμβάσεις του Γάλλου πρέσβη στην Πόλη προς τον σουλτάνο [32] .

 Απ’ την άλλη πλευρά, το Οικουμενικό Πατριαρχείο προχώρησε στην επανίδρυση της ορθόδοξης επισκοπής της Τήνου (την οποία ανήγαγε σε αρχιεπισκοπή) και ονόμασε για πρώτο ορθόδοξο αρχιεπίσκοπο Τήνου, κατά τα λεγόμενα του επισκόπου Cigala, κάποιον νέο 27 ετών, τον οποίο σήμερα μπορούμε να τον ταυτίσουμε με τον αρχιεπίσκοπο Αρσένιο [33] . Μόλις έφτασε στην Τήνο ο Αρσένιος απαίτησε από τους ορθοδόξους του νησιού την πληρωμή της δεκάτης σε χρήμα (μέχρι τότε κατέβαλαν τη δεκάτη, συνήθως, σε είδος) [34] . Η εισφορά της δεκάτης των ορθοδόξων ανήλθε το έτος 1717-1718, σε 500 πινάκια σταριού-κριθαριού (περίπου 25 τόνους). Ο επίσκοπος Cigala κατάφερε να εκδοθεί σουλτανικό φιρμάνι («berat») αναγνώρισής του ως καθολικού επισκόπου Τήνου, με όλα τα δικαιώματα που είχαν και οι υπόλοιποι συνάδελφοί του των Κυκλάδων. Με το φιρμάνι αυτό, που εκδόθηκε στις 2 του ισλαμικού μήνα και έτους Ρεμπιέλ Εββέλ 1130 (=Φεβρoυάριος 1718), έπρεπε να επιστραφούν στον επίσκοπο η εκκλησία και μαζί μ’ αυτήν «τ’ αμπέλια, οι κήποι, οι μύλοι, τα χωράφια, τα κτήματα, οι πηγές, τα μοναστήρια, τα κοπάδια και ό,τι άλλο υπαγόταν σ’ αυτή την εκκλησία». Με το ίδιο αυτό μπεράτι, ο σουλτάνος παραχωρούσε στον επίσκοπο τα δικαστικά εκείνα προνόμια που αναγνώριζε η ισλαμική νομοθεσία σε όλους τους χριστιανούς επισκόπους, ανεξαρτήτως δόγματος, και τα οποία επρόκειτο να φανούν ιδιαίτερα χρήσιμα και σημαντικά για την εξέλιξη της κοινωνίας του νησιού μέσα στον αιώνα που ακολούθησε [35] . Με αντίστοιχα, βέβαια, προνόμια είχε φτάσει στην Τήνο και ο ορθόδοξος αρχιεπίσκοπος.

 Από εκεί και πέρα ο κάθε ιεράρχης ανέλαβε την ποίμανση του δικού του ποιμνίου. Ο ορθόδοξος αρχιεπίσκοπος εγκαταστάθηκε αρχικά στο ανδρικό μοναστήρι του Αγ. Νικολάου στη Βάνη και αργότερα, όσο μεγάλωνε η Χώρα του Αγίου Νικολάου (η σημερινή πόλη της Τήνου) κατέβηκε εκεί, όπου και οικοδομήθηκε ο μητροπολιτικός ναός, αφιερωμένος στον Ταξιάρχη Μιχαήλ (1759) και το δεσποτικό οίκημα [36] . Ο καθολικός επίσκοπος συνέχισε να κατοικεί στη μόνιμη κατοικία του στην Ξινάρα. Στο Εξώμπουργο, το μικρό χωριό που οικοδομήθηκε έξω από τα ερειπωμένα τείχη της μεσαιωνικής πρωτεύουσας του Κάστρου, αποφάσισε ο Νικόλαος Cigala να οικοδομήσει τον νέο καθεδρικό ναό της επαρχίας του, αφιερωμένο στον Αγ. Ιωάννη τον Βαπτιστή, αφού ο παλαιός καθεδρικός ναός της Santa Maria είχε κατεδαφιστεί μαζί με όλα τα οικήματα και τα άλλα δημόσια κτίρια της πρωτεύουσας [37] . Το Εξώμπουργο παρέμεινε διοικητική πρωτεύουσα της Τήνου μέχρι τα μισά του 18ου αιώνα.

 Η συμβίωση των δυο δογμάτων, όπως ήταν φυσικό και αναμενόμενο, πήρε διαφορετική πορεία. Δυστυχώς δεν υπήρχε πάντα -απ’ όποια πλευρά και αν το δούμε- η ειλικρινής θέληση να αποφευχθούν δυσάρεστες καταστάσεις, αφού η μια πλευρά υπέβλεπε την άλλη, ή τη θεωρούσε από τη σκοπιά του ανταγωνιστή. Υπήρχαν προβλήματα που χρειάζονταν λύση και μάλιστα άμεση και που θα είχαν, στο μέλλον, νομικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Μερικές φορές οι αρχιερείς των δυο δογμάτων δεν ήταν πάντα τα πλέον ενδεδειγμένα πρόσωπα για να βρουν αυτές τις λύσεις, κατά τρόπο ειρηνικό και χριστιανικό. Σ’ αυτό, βέβαια, είχε συμβάλλει και η δημιουργία ενός κλίματος που δε χαρακτηριζόταν ούτε από την κατανόηση, ούτε από την ψυχραιμία. Ήταν ακόμα και  πολλοί οι «παρακοιμώμενοι» των αρχιερέων (ας σημειωθεί ότι είχαν έλθει από αλλού στην Τήνο!) και που ενεργούσαν στα παρασκήνια και επιδρούσαν αρνητικά, με τις συμβουλές τους, πάνω στους εκάστοτε αρχιερείς. Ανάλογο διχαστικό ρόλο έπαιξαν και οι πολιτικοί της εποχής, με την άκρατη δίψα για εξουσία που τους κατέλαβε όταν διαπίστωσαν ότι τα όρια αυτοδιοίκησης του νησιού ήταν ευρύτατα χωρίς την παρουσία Τούρκου διοικητή.

 

Κεφάλαιο2: «Οι πρωταγωνιστές».

 Για να έχουμε μια πλήρη εικόνα της θρησκευτικής κατάστασης της Τήνου στην εποχή που εξετάζουμε, χρειάζεται να κάνουμε ιδιαίτερη αναφορά στους «πρωταγωνιστές» των γεγονότων που ακολούθησαν. Θα αναφερθούμε στον λαό της Τήνου, το πλήρωμα των δυο θρησκευτικών κοινοτήτων του νησιού, όπως αυτές διαμορφώθηκαν, σχεδόν οριστικά και μέσα από μια σειρά από παρεμβάσεις των θρησκευτικών ηγεσιών τους (των επιτόπου και του εξωτερικού) μετά το 1715 (προς το τέλος του 18ου αιώνα οι πολιτικές παρεμβάσεις οδήγησαν και στη διαμόρφωση δυο πολιτικών κοινοτήτων, με έντονα αλλά όχι απόλυτα θρησκευτικά χαρακτηριστικά) και στα πρόσωπα των αρχιερέων των δυο δογμάτων, όπως μας παρουσιάζονται μέσα από γνωστά και ανέκδοτα κείμενα. Όσον αφορά την παρουσία των Τούρκων, πρέπει να πούμε πως ήταν ιδιαίτερα ασήμαντη, τουλάχιστο στις επεμβάσεις τους στα θρησκευτικά πράγματα και εξελίξεις, που ούτε καν αξίζει τον κόπο να γίνει περαιτέρω μνεία. Ο μόνος ρόλος που τους αναγνωριζόταν ήταν να επεμβαίνουν όταν διαταρασσόταν η δημόσια τάξη και όταν ετίθετο σε κίνδυνο η καταβολή και η συλλογή των φόρων. 

α. Ο λαός της Τήνου στα χρόνια της τουρκοκρατίας

 Δυστυχώς δεν έχουμε καμιά στατιστική για τα τελευταία χρόνια της βενετοκρατίας και για τα πρώτα της τουρκοκρατίας, που να μας δίνει σίγουρα και ασφαλή νούμερα. Μπορούμε, όμως, να αποκτήσουμε μια αρκετά καθαρή εικόνα πάνω στην οποία να μπορούμε να βασιστούμε, σχηματισμένη από μερικά νούμερα μαζεμένα δεξιά και αριστερά και τακτοποιημένα κατά χρονολογική σειρά. Μέχρι σήμερα κανένας ιστορικός δεν έχει δώσει ακριβέστερα στοιχεία, έστω και μονομερή. Την ονομάζω μονομερή, γιατί προέρχονται από πηγές της Καθολικής Εκκλησίας. Για μεν τους καθολικούς, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι πως οι αριθμοί είναι αρκετά ακριβείς, ενώ για τον ορθόδοξο πληθυσμό έχουμε μονάχα γενικές πληροφορίες:

 

  Καθολικοί  Ορθόδοξοι

1716 [38]   8000   15000

1719 [39]   6000   Περισσότεροι από το μισό του πληθυσμού

1746 [40]   5000   Πολλοί περισσότεροι απ’ τους καθολικούς

1756 [41]   3923

1772 [42]   4716 Μεγάλη αύξηση των ορθόδοξων από εσωτερική μετανάστευση [43]

1782 [44]   4984

1793 [45]   4966

1804 [46]   4500

 

Στα παραπάνω δεδομένα έχουμε να προσθέσουμε άλλα δυο δημογραφικά στοιχεία, που μπορεί να φανούν ιδιαίτερα χρήσιμα και σημαδιακά στη μελέτη της αυξομείωσης του πληθυσμού του νησιού [47] :

1. Κατά την παράδοση της Τήνου στους Τούρκους, έγινε η απογραφή των ανδρών που θα πλήρωναν τον κεφαλικό φόρο, δηλ. ηλικίας 12-60 χρονών, σύμφωνα με όσα όριζε η μουσουλμανική και η τουρκική νομοθεσία, και είχαν βρεθεί 3025 [48] .

2. Φορολογική μονάδα ήταν και ο χανές, δηλ. η οικογένεια, που πλήρωνε τον κατ’ αποκοπή φόρο εισοδήματος. Σε έκθεση της Δημογεροντίας Τήνου προς την κυβέρνηση Καποδίστρια, αναφέρεται πως «είναι πενήντα σχεδόν χρόνοι όπου οι εγκάτοικοι εδιαίρεσαν την νήσον εις οικογενείας (χανέδες) 2893 1/2...». Στατιστικές των δυο τελευταίων δεκαετιών του 18ου αιώνα κάνουν λόγο για 2217 και 2195 [49] . Ο αριθμός, βέβαια, των χανέδων άλλαζε συνεχώς, αλλά, όπως φαίνεται, κυμαινόταν μεταξύ 2000 και 3000 ανάλογα με τις περιόδους.

Απ’ όλα τα παραπάνω μπορούμε να συμπεράνουμε πως ο πληθυσμός του νησιού αυξομειωνόταν μέσα στα χρόνια της τουρκοκρατίας, αφού και απ’ άλλες ελληνικές χώρες έρχονταν να εγκατασταθούν στην Τήνο, ενώ οι ίδιοι οι Τηνιακοί μετανάστευαν, σε αναζήτηση εργασίας, στα μεγάλα αστικά κέντρα της Μ. Ασίας, ιδίως στην  Πόλη, στην Προύσα, στη Σμύρνη, αλλά και στην Οδησσό και την Αλεξάνδρεια. Είναι σίγουρο όμως, πως ο ορθόδοξος πληθυσμός αυξήθηκε ιδιαίτερα μέσα στα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας είτε σε απόλυτους αριθμούς (από τις μεταναστεύσεις) [50] είτε σε αναλογία προς τον καθολικό πληθυσμό, ο οποίος από τη μια πλευρά μετανάστευε [51] και, απ’ την άλλη, αποδεκατιζόταν απ’ τον προσηλυτισμό του ορθόδοξου κλήρου και τους μικτούς γάμους.

 Η αλλαγή του 1715 έφερε μαζί της και την κοινωνική αλλαγή. Η αριστοκρατική τάξη του Κάστρου διαλύθηκε οριστικά, αφού έχασε τα προνόμιά της. Οι προύχοντες είδαν τα σπίτια τους να γκρεμίζονται μαζί με την πόλη του Κάστρου και οι περισσότερες οικογένειες έφυγαν για τα χωριά, άλλες κατέβηκαν στην αναπτυσσόμενη Χώρα του Αγ. Νικολάου και άλλες έμειναν σε παλιότερα σπιτάκια ή στα καινούρια που έχτισαν μέσα στο «προάστιο» της παλιάς πρωτεύουσας, το Έξω-Μπούργκο, το οποίο πήρε τη μορφή ενός θνησιγενούς χωριού. Για τις πρώτες δεκαετίες, μάλιστα, το Εξώμπουργο παρέμεινε η διοικητική πρωτεύουσα του νησιού, αφού εκεί πραγματοποιούσαν τις συνάξεις τους οι πρώτοι μετά το 1715 δημογέροντες. Η άφιξη πολλών οικογενειών από την Κρήτη, την Πελοπόννησο και άλλες ελληνικές περιοχές που είχαν στην πλάτη τους αρκετούς αιώνες Τουρκοκρατίας, οπότε και γνώριζαν την τουρκική ψυχολογία διοίκησης, δημιούργησε μια καινούρια «αριστοκρατία» που δεν βασιζόταν πια στον τιμαριωτισμό ή στο οικογενειακό όνομα, αλλά στο χρήμα που προερχόταν από μια συνεχώς αναπτυσσόμενη εμπορική δραστηριότητα. Αυτή η «εμποροαστική» τάξη, στην οποία κυριαρχούσε το ξένο (δηλ. το μη τηνιακό) στοιχείο, ανήκε, βασικά στην Ορθόδοξη Εκκλησία και ο ρόλος της στα μετέπειτα γεγονότα απέβη ρυθμιστικός, αφού οι ορθόδοξοι πρόκριτοι προέρχονταν απ’ αυτή την τάξη και είχαν τη δύναμη να επηρεάζουν τον ορθόδοξο κλήρο και ιδιαίτερα τον αρχιεπίσκοπο του νησιού, ενίοτε δε και να τον χειραγωγούν βίαια. Ο αρχιεπίσκοπος Νεόφυτος που δε συντάχθηκε με την παράταξή τους, κακοχαρακτηρίστηκε ανεπανόρθωτα (;) από την ντόπια ιστοριογραφία, την οποία συνέγραψαν επιφανή μέλη αυτής της εμποροαστικής αριστοκρατικής τάξης, που δημιούργησε παράταξη και φατριασμό (Δρ. Δρόσος). Με το άφθονο χρήμα που διέθετε, η νέα αυτή κοινωνική τάξη του νησιού, αλλά και με το «άνοιγμα» της Τήνου σ’ ολόκληρη την Οθωμανική αυτοκρατορία, μπόρεσε πολύ γρήγορα να ελέγχει και στη συνέχεια να πάρει τη διοίκηση του νησιού στα χέρια της και πολλές φορές να γίνουν ενοικιαστές των φόρων των κατοίκων και «βοϊβόδες» (όπως ο Φραγκίσκος Γεωργαντόπουλος). Συχνά και ο ίδιος ο Τούρκος εκπρόσωπος της διοίκησης, ήταν πειθήνιο όργανό τους. Τον ιστορικό Δρ. Ν. Δρόσο, θα μπορούσαμε να τον θεωρήσουμε αντιπρόσωπο αυτής της τάξης στη γραπτή ιστορία, αφού η «Ιστορία της νήσου Τήνου από της πέμπτης σταυροφορίας μέχρι της ενετικής κυριαρχίας και εκείθεν μέχρι του 1821, εν Αθήναις 1870» εκφράζει τις απόψεις αυτής της τάξης για την εξέλιξη των πραγμάτων καθ’ όλη την περίοδο της τουρκοκρατίας (η περίοδος της βενετοκρατίας περιλαμβάνει λιγοστές σελίδες) [52] .

 Οι δυο άλλες κοινωνικές τάξεις ήταν ο κλήρος και ο απλός λαός [53] . Ο κλήρος ασκούσε από πάντα την επιρροή του πάνω στο λαό. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός πως, αργότερα, θα κατηγορηθεί ο κλήρος, καθολικός και ορθόδοξος, άσχετα αν δίκαια ή άδικα, ως ο ηθικός και υλικός αυτουργός μιας σειράς γεγονότων και εκτρόπων που σημειώθηκαν ανάμεσα στους πιστούς  των δυο δογμάτων. Ο ορθόδοξος κλήρος, στην πλειοψηφία του, ήταν αγράμματος και για τούτο πιο εύκολα γινόταν υποχείριος στους προκρίτους της Χώρας ή ακόμα σε ξενόφερτους φανατισμένους «δασκάλους» [54] . Ο καθολικός κλήρος, αντίθετα, στην πλειοψηφία του λάβαινε μια σοβαρή μόρφωση στα κολλέγια της Ιταλίας (Νεάπολης και Ρώμης) και είτε απ’ αυτό είτε από τους ψυχολογικούς μηχανισμούς που λειτουργούν σε μια μειονότητα, κατόρθωσε να ηγείται στους καθολικούς, έτσι που να μπορούμε να πούμε, για πολλές περιπτώσεις, πως οι «Λατίνοι» δημογέροντες που συμμετείχαν στη διοίκηση της «Κοινότητας» ήταν αντιπρόσωποι του κλήρου και πιο συγκεκριμένα του καθολικού επισκόπου. Ήταν κάτι το φυσιολογικό, σ’ αυτή την περίπτωση, ο καθολικός επίσκοπος να πάρει μια θέση ανάλογη με εκείνη που θα είχε ένας εθνάρχης, αν η μειοψηφία, εκτός από θρησκευτική, ήταν και εθνική. Τη θέση αυτή τη διατήρησε και στα προχωρημένα επαναστατικά χρόνια και με την ηθική, κυρίως, υποστήριξη που του παρείχε ο Γάλλος πρέσβης στην Πόλη. Οι Λατίνοι δημογέροντες ανήκαν βασικά σε μια τάξη ανώτερη από εκείνη του λαού, αλλά που ξεχώριζε απ’ την εμποροαστική τάξη της  Χώρας. Κατοικούσαν στα Κάτω-Μέρη και ήταν, τις περισσότερες φορές, μεγαλοκτηματίες, οπότε ντόπιοι και μόνιμοι κάτοικοι του νησιού [55] .

 Ανάμεσα στους μη Τηνιακούς που εγκαταστάθηκαν στο νησί και αποτέλεσαν την κυρίαρχη αστική τάξη, συγκαταλέγονται οι Γεωργαντόπουλοι (από την Κρήτη), οι Καγκάδηδες (απ’ την Κάρυστο), οι Πόμερ (γαλλικής καταγωγής, αλλά ορθόδοξοι), οι Δρόσοι (απ’ τα Κύθηρα) και μερικές άλλες οικογένειες των οποίων τα οικογενειακά ονόματα αποτελούν χαρακτηριστική ένδειξη της προέλευσής τους, όπως Βατικιώτης, Αμοργιανός κλπ [56] .

 Για τον χαρακτηρισμό του λαού, θα περιοριστούμε στο κείμενο του Δρ. Δρόσου: «ο λαός, φύσει νοήμων, φιλότιμος, δραστήριος και φίλεργος, ελάμβανε πολύ μέρος εις την διοίκησιν δια των δημογερόντων, τους οποίους αυτός απ’ ευθείας μεταξύ των γεροντοτέρων εξέλεγε και πρωτογέρους ωνόμαζεν, ενίοτε δε και απ’ ευθείας για να σώση τας κινδυνευούσας ελευθερίας των ειργάζετο». Να σημειώσουμε πως ο Δρ. Δρόσος, ως εκπρόσωπος της εμποροαστικής τάξης της Χώρας, δεν αναφέρεται στην εκλογή των προκρίτων αλλά μονάχα των δημογερόντων των χωριών και πως ο λαός, ουσιαστικά, εξάσκησε μόνο σε ιδανικές περιπτώσεις αυτό του το δικαίωμα ... [57] . Έτσι και στον τηνιακό λαό, όπως στη Σύρο και ως ένα σημείο και στη Νάξο, παρατηρήθηκε το κοινωνικό φαινόμενο της χωρικής διαχώρισης, με βάση το δόγμα των κατοίκων. Στην Τήνο ιδιαίτερα εκδηλώθηκε με την αστικοποίηση της άρχουσας τάξης των ορθοδόξων και αγροτοποίηση του συνόλου, σχεδόν, των καθολικών, απ’ την αρχή της τουρκοκρατίας και μετά [58] .

 Η περαιτέρω περιγραφή και ανάλυση της κοινωνικής ή οικονομικής σύνθεσης του λαού θα μας οδηγούσε εκτός θέματος. Οι σχέσεις που περιέγραψα περιληπτικά πιο πάνω, όπως επίσης και τα στοιχεία που παραθέτουν οι συγγραφείς στους οποίους παραπέμπουμε (αλλά που θα πρέπει να διαβαστούν με περισσότερο κριτικό πνεύμα), μπορούν να δώσουν μια πρώτη εικόνα, αρκετά καθαρή, της τηνιακής κοινωνίας και των σχέσεων που επικρατούσαν ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις του νησιού κατά τον 18ο αιώνα [59] .

β. Οι καθολικοί επίσκοποι της Τήνου: 1716-1815.

 Αν και πολλοί είχαν προσπαθήσει, κατά το παρελθόν, να συντάξουν έναν ακριβή κατάλογο των καθολικών επισκόπων της Τήνου από το 1207 και μετά, μόνο πρόσφατα κατορθώσαμε να δώσουμε ένα τεκμηριωμένο και, κατά το δυνατόν, άρτιο κατάλογο, που να συνοδεύεται από τις σχετικές χρονολογίες αρχής και τέλους της αρχιερατείας του κάθε επισκόπου [60] .

Κατά τον 18ο αιώνα, καθολικοί επίσκοποι Τήνου υπήρξαν οι παρακάτω αρχιερείς [61] :

1. Νικόλαος Cigala   1 Ιουλίου 1716 – 7 Απριλίου 1738

2. Αλοΰσιος Guarchi   26 Σεπτεμβρίου 1738 – 31 Ιανουαρίου1762

3. Βικέντιος De Via   19 Δεκεμβρίου 1757 – 4 Αυγούστου 1796

4. Ιωσήφ-Μαρία Tobia   10 Ιουνίου 1796 – 21 Φεβρουαρίου 1809

5. Ανδρέας Βεγγέτης   21 Φεβρουαρίου 1809 – 8 Μαρτίου1816

 

1. Ο επίσκοπος Νικόλαος Cigala [62] ονομάστηκε επίσκοπος της Τήνου σε χρόνια πολύ δύσκολα για την έδρα, όπως περιγράψαμε εν συντομία λίγο πιο πάνω. Η άφιξή του στην Τήνο έφερε ανακούφιση στον καθολικό κλήρο και λαό, επειδή ήταν γνωστός για τη δυναμικότητά του και την ισχυρή προσωπικότητα που διέθετε και που επέφερε την εκτίμηση και το σεβασμό σ’ όποιον  τον γνώριζε. Είχε προταθεί ανάμεσα στους πρώτους για να καταλάβει τον επισκοπικό θρόνο της Τήνου, επειδή ήταν «προστατευόμενος της Γαλλίας και είχε το σεβασμό και την εκτίμηση όλων, ακόμα και αυτών των Τούρκων». Το 1716, σε ηλικία 49 χρονών, είχε εξέχουσα θέση μέσα στον κλήρο της επισκοπής Σαντορίνης, είχε τον τίτλο του αποστολικού πρωτονοταρίου και τη θέση του αποστολικού Βικάριου της επισκοπής Άνδρου (από τις 4 Μαΐου 1715). Η ενεργητικότητά του, τον έφερε σε σύγκρουση με διάφορα συμφέροντα ακόμα και μερικών κληρικών που  υπάγονταν σ’ εκείνον, μέσα στα χρόνια της αλλαγής που ζούσε όλο το νησί. Πράγματι, πολλοί προσπάθησαν να σφετεριστούν κτήματα εκκλησιών. Με το επιτελείο του, εργάστηκε σκληρά για να αποχτήσει φιρμάνια και άλλες άδειες από τους Τούρκους, με τα οποία έπαιρνε πίσω μεγάλο μέρος της εκκλησιαστικής περιουσίας που είχε λεηλατηθεί. Η μεγάλη του φροντίδα για το υλικό μέρος και για την οικονομική αναστήλωση της επισκοπής και για το χτίσιμο του νέου καθεδρικού ναού, τον έφεραν να παραμελήσει το πνευματικό σκέλος της επισκοπικής του διακονίας. Γι’ αυτό και κατηγορήθηκε στη Ρώμη από μέρος του κλήρου της επισκοπής του (μερικοί από τους ιερείς που τον κατηγόρησαν είχαν αναγκαστεί να επιστρέψουν μέρος της εκκλησιαστικής περιουσίας  που είχαν σφετεριστεί), πως οι ενέργειές του γίνονται χωρίς να έχει τη συμπαράσταση του κλήρου του και του λαού και πως δεν ενδιαφέρεται για τη μείωση των μικτών γάμων που φθείρουν το καθολικό στοιχείο. Πέθανε στην έδρα του, στις 7 Απριλίου του 1738, αλλά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, από αρρώστιες και γεράματα, δεν μπορούσε να παρακολουθήσει από κοντά την πορεία της επαρχίας του και για τούτο είχε παραχωρήσει πολλές αρμοδιότητες στον Βικάριό του, τον Δον Μαυρίκιο Σκούταρη [63] .

2. Ο επίσκοπος Luigi Guarchi [64] ήταν επίσκοπος Σαντορίνης, όταν διαδέχτηκε στον επισκοπικό θρόνο της Τήνου τον Νικόλαο Cigala, στις 26 του Σεπτέμβρη 1738. Ήταν γνωστός στην περιοχή του Αρχιπελάγους από την Αποστολική Επίσκεψη που είχε πραγματοποιήσει στα νησιά ως απεσταλμένος της ΙΣΔΠ (1733) και διακρίθηκε για τη φρόνηση με την οποία έφερε σε πέρας την αποστολή του. Θεωρήθηκε γνώστης της κατάστασης της επισκοπής Τήνου και προτιμήθηκε από τους άλλους που είχαν επίσης προταθεί. Ως επίσκοπος Τήνου, ο Guarchi φρόντισε να εκδοθούν διατάγματα και αφορισμοί ενάντια στους χριστιανούς πειρατές που λυμαίνονταν τα παράλια των νησιών. Φρόντισε για την τελειοποίηση του καθεδρικού ναού που είχε θεμελιώσει ο προκάτοχός του και προσπάθησε να φέρει την ενότητα στις τάξεις του κλήρου του, που είχε διασπαστεί στα τελευταία χρόνια του Ν. Cigala. Βοήθησε στην τακτοποίηση λειτουργικών και κανονικών παρεκτροπών στους ενοριακούς ναούς, αρχίζοντας από τον καθεδρικό ναό και φτάνοντας μέχρι τα μοναστήρια των Ιησουϊτών και των Φραγκισκανών. Στις αιτήσεις του προς τη Ρώμη για να τακτοποιηθούν ορισμένες υποθέσεις δεν δόθηκε άμεση απάντηση, έτσι που να χρειαστεί να τις επαναλάβει λίγο αργότερα ο Αποστολικός Επισκέπτης Φραγκίσκος-Αντώνιος Razolini, επίσκοπος Σαντορίνης (1746). Όλα τα χρόνια που στάθηκε επίσκοπος του νησιού, φρόντισε για την ειρηνική συνύπαρξη με τους ορθοδόξους συμπατριώτες του. Όταν παρουσιάστηκε στο Σμαρδάκιτο η περίπτωση του Γιάννη Ριμόντο, που έγινε ορθόδοξος για να μπορέσει να παντρευτεί μια ορθόδοξη, χωρίς να έχει ενημερωθεί ο ίδιος, με ευγενικό τρόπο έγραψε στον ορθόδοξο συνάδελφό του, ζητώντας «να κυριέψει αναμεταξύ μας μια ειρήνη αδελφική και συναπιλογία θεοτική εις την οδηγία ετούτου του λαού του νησιού μας της Τήνος, Φράγγων και Ρωμαίων». Με τη βοήθεια του Βικαρίου του (και μελλοντικού του διαδόχου) Βικεντίου De Via και του ανιψιού του πρώην επισκόπου Σύρου Δαρείου De Longhis έφτασε σε μια κοινή συμφωνία με τον ορθόδοξο συνάδελφό του Μελέτιο, πάνω στα επίμαχα σημεία που ήταν αιτία προστριβών. Η πραότητά του αντικατοπτρίζεται όχι μονάχα στα δικά του κείμενα αλλά και στα κείμενα του Βικαρίου του, που από αρκετά χρόνια (από το 1753 και μετά) ποίμαινε την επισκοπή της Τήνου κάτω απ’ την καθοδήγησή του. Η απλότητα του επισκόπου Guarchi διακρίνεται και απ’ το γεγονός πως, σαν απλός εφημέριος μικρού χωριού, κήρυττε το Λόγο του Θεού στις ενορίες, όσο του το επέτρεπε η υγεία του και η ηλικία. Όταν ο αρχιεπίσκοπος Νάξου De Stefani βρισκόταν στην Τήνο για Αποστολική Επίσκεψη στα 1756, έγραφε στη Ρώμη για τον Guarchi και τον Βικάριο του Βικέντιο De Via: «ο επίσκοπος Guarchi παραμένει στη διακονία του όσο του το επιτρέπει η μεγάλη του ηλικία και είναι αγαπητός στο λαό. Κατοικεί πάντα στη Διοίκησή του και ο παρών βικάριος εξασκεί την ποιμαντική φροντίδα με πολύ προσοχή και μέριμνα. Ο επίσκοπος δεν μπερδεύεται σε πολιτικές υποθέσεις ούτε σε άλλα ενδιαφέροντα που δεν αρμόζουν στο αξίωμά του». Τον τελευταίο χρόνο της ζωής του τον λύπησαν ιδιαίτερα οι διαμάχες για την ανοικοδόμηση μιας ορθόδοξης εκκλησίας στο χωριό Κάμπος, αλλά εκείνος είχε πάψει από αρκετό καιρό να παίρνει ενεργό μέρος σε τέτοιου είδους διαμάχες, εξαιτίας της προχωρημένης του ηλικίας. Πέθανε στις 31 Ιανουαρίου 1762, σε ηλικία 83 περίπου χρονών.

 

3. Ο επίσκοπος Βικέντιος De Via [65] χειροτονήθηκε τιτουλάριος επίσκοπος Ρουσπίας στα 1755, βοηθός επίσκοπος του προκατόχου του Guarchi με δικαίωμα διαδοχής στον επισκοπικό θρόνο του νησιού, σε ηλικία μόλις 33 χρονών. Δυστυχώς πολύ γρήγορα έγινε αιτία να χωριστεί το ποίμνιό του σε δυο φατρίες, όχι από «προκατάληψη, αλλά από επιπολαιότητα», όπως είπαν. Ολόκληροι φάκελοι διαμαρτυριών έχουν συσσωρευτεί στο APF, επειδή, σε πρώτη φάση, υποστήριξε και υποβοήθησε στην ανάπτυξη του τάγματος των Ιησουϊτών στο νησί, σε βάρος του τάγματος των Φραγκισκανών, πράγμα που έφερε την αντίδραση των τελευταίων, μιας μερίδας του κλήρου και του λαού. Στις κατηγορίες που καταγράφονται από τους κατηγόρους του στη Ρώμη, προστίθενται, ως επιβαρυντικά στοιχεία, οι αγαθές του σχέσεις με την ορθόδοξη εκκλησία του νησιού («εφόσον δεν προσπαθούν να πάρουν λατινικές εκκλησίες ή να χτίσουν ορθόδοξες σε καθολικά χωριά») και οι καλές σχέσεις που είχε με τον τούρκο αγά της Τήνου. Η Ρώμη και πιο συγκεκριμένα η ΙΣΔΠ φρόντισε για την τακτοποίηση  των εκκρεμοτήτων που δημιουργήθηκαν απ’ αυτό το διχασμό, στέλνοντας ως «Αποστολικούς Επισκέπτες» διάφορους κληρικούς άλλων επαρχιών για διερευνήσουν επιτόπου την κατάσταση (τους επισκόπους Mainetta και Υάκινθο Ιουστινιάνη της Σύρου, τον Βικάριο Ιωάννη Fonton κ.ά.). Αλλά, απ’ τη στιγμή που δεν έδιναν μια οριστική λύση στο κεντρικό πρόβλημα, που ήταν η μεγάλη επιρροή που εξασκούσαν οι μοναχοί στον κλήρο και στον λαό, οι δυο φατρίες δε μπορούσαν να βρουν το δρόμο προς  τη συμφιλίωση. Μόνο στο δεύτερο μέρος της επισκοπής θητείας του De Via και με την αναχώρηση του Βικάριου Ιωάννη Fonton για τη Σύρο (της οποίας είχε εκλεγεί, στο μεταξύ, επίσκοπος) στα 1786, μπορούμε να πούμε πως ο De Via ήταν πια ο αδιαφιλονίκητος ποιμένας όλων των καθολικών του νησιού, μέχρι το θάνατό του. Η οριστική του επικράτηση πρέπει να οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στη στενή συνεργασία που είχε, από τότε, με τον ιερέα Ιωάννη Κολάρο, καθώς και στην απομάκρυνση από την Τήνο όλων εκείνων που ήταν οι ηθικοί αυτουργοί της διαμάχης. Η θρησκευτική πολιτική του De Via προς τους ορθοδόξους συμπατριώτες του ήταν ιδιαίτερα θετική και φιλική, έτσι που θα πρέπει να θεωρήσουμε ως άδικη τη στάση εκείνων των ορθοδόξων της Τήνου (αν υπήρξαν) που φρόντισαν να εκδοθεί το σουλτανικό φιρμάνι εναντίον των καθολικών της Τήνου, στο τέλος του 1759 ή αρχές του 1760. Αυτό μπορεί να αποδειχτεί και από την αλληλογραφία του De Via, αλλά και από τις κατηγορίες που επισύναψαν εναντίον του οι καθολικοί κληρικοί του νησιού όταν κατηγόρησαν την πολιτεία του στη Ρώμη. Πέθανε στην Τήνο στις 4 Αυγούστου 1796, ενώ είχε για βοηθό του επίσκοπο τον Σικελό Ιωσήφ-Μαρία Tobia, από τους πρώτους μήνες του ίδιου έτους. Δίνοντας την κρίση μας για τον επίσκοπο Βικέντιο De Via, θα πρέπει να τον χαρακτηρίσουμε ως ήπιο άνθρωπο, ευκολόπιστο στους συμβούλους του, φιλικότατα διακείμενο στους ορθοδόξους και πως φρόντισε να συνεχιστεί, κατά το δυνατόν, το status quo στις σχέσεις των δυο δογμάτων, έτσι ώστε να αποφεύγονται οι διαμάχες.

 

4. Ο επίσκοπος Ιωσήφ-Μαρία Tobia [66] ανήκε στο τάγμα των Φραγκισκανών και πριν έρθει στην Τήνο κατείχε τη θέση του penitenziere στη Βασιλική του Αγ. Πέτρου στη Ρώμη. Μόλις έφτασε στο νησί, προσπάθησε να φέρει την τάξη στα εσωτερικά της επισκοπής, με δυναμικό και γρήγορο τρόπο. Γι’ αυτό, πολύ γρήγορα απέκτησε εχθρούς, οι οποίοι δεν έχασαν την ευκαιρία να τον κατηγορήσουν στη Ρώμη. Η αποστολή έγγραφων αλληλοκατηγοριών προς την Αγία Έδρα, αποτελούσαν προσφιλή τακτική στους καθολικούς των Κυκλάδων γενικότερα, καθ’ όλη αυτή την περίοδο!... Τελείως ξένος ο Ιωσήφ-Μαρία Tobia προς τη νησιώτικη νοοτροπία και ψυχολογία, πίστεψε πως θα δώσει δυναμικά τη λύση στα προβλήματα που είχαν εμφανιστεί στην πολιτική ζωή του νησιού και είχαν πάρει θρησκευτική χροιά, σε βάρος της καθολικής κοινότητας. Όταν συνειδητοποίησε την αδικία που η εμποροαστική τάξη της Χώρας προσπαθούσε να θέσει σε εφαρμογή, σε βάρος των χωριανών (ανάμεσα στους οποίους συγκαταλεγόταν το μεγαλύτερο μέρος του ποιμνίου του), πήγε ο ίδιος στην Πόλη για να υπερασπιστεί τα δικαιώματά τους. Πρέπει να παραδεχτούμε πως η διαμάχη που οδήγησε στη διάσπαση της μιας Κοινότητας του νησιού σε δύο, την καθολική και την ορθόδοξη, και στην οποία πρωταγωνίστησε ο Tobia, είχε καθαρά κοινωνικά και οικονομικά κίνητρα [67] . Η στάση του Tobia κατακρίθηκε απ’ την τηνιακή ιστοριογραφία, που βασίστηκε αποκλειστικά και μόνο σε όσα έγραψε ο Δρ. Δρόσος στην «Ιστορία» του. Όμως, η όλη πολιτεία του επισκόπου Tobia θα πρέπει να δικαιωθεί (ίσως όχι ο τρόπος του) αν κριθεί μακρόχρονα και αντικειμενικά, αφού, ως ένα βαθμό, ήταν ο μοναδικός που μπορούσε να αντιπροσωπεύσει με τέτοιο δραστήριο τρόπο την αντίδραση των χωριανών στην προσπάθεια της εμποροαστικής τάξης της Χώρας να μονοπωλήσει τη διοίκηση του νησιού και να κανονίζει ανεξέλεγκτα τα οικονομικά της Κοινότητας. Οι αντιπρόσωποι της κυρίαρχης τάξης προσπάθησαν, με κάθε τρόπο, να δώσουν στην όλη υπόθεση ένα θρησκευτικό χρωματισμό και έτσι να απομονώσουν την αντίδραση των καθολικών. Έφτασαν στο σημείο να βεβηλώνουν καθολικές εκκλησίες, ώστε να εξαφτεί το θρησκευτικό συναίσθημα των καθολικών εναντίον της Ορθόδοξης Εκκλησίας και να συντηρείται και να αυξάνει το θρησκευτικό (οπότε και το πολιτικό) μίσος. Οι Γεωργαντόπουλοι που πρωτοστάτησαν σ’ αυτές και σε άλλες απαράδεκτες ενέργειες, πέτυχαν στο σκοπό τους, αλλά ως ένα σημείο. Πράγματι, εκείνοι που ηγήθηκαν, τελικά, στο αντίπαλο κόμμα των χωριανών δεν ήταν καθολικοί, αλλά μια ορθόδοξη οικογένεια, οι Παξιμάδηδες (ορθόδοξη οικογένεια απ’ τον Μουντάδο που πλούτισαν και προσπάθησαν να ενσωματωθούν στην άρχουσα τάξη με ένα γάμο), που είχαν μαζί τους, εκτός από τους καθολικούς, τους κατοίκων των χωριών της Οξωμεριάς, αλλά και αυτόν ακόμα τον ορθόδοξο αρχιεπίσκοπο Νεόφυτο. Ο τελευταίος, αν και η στάση του δεν ήταν ιδιαίτερα φιλική προς τους καθολικούς [68] , τράβηξε πάνω του όλο το μένος του κόμματος των Γεωργαντοπουλέων και της φατρίας τους, οι οποίοι τον κατασυκοφάντησαν. Όταν η Αγία Έδρα αποφάσισε τη μετάθεση του Tobia από την επισκοπή Τήνου στην επισκοπή Σαντορίνης (21 Φεβρουαρίου 1809), καθολικοί της Τήνου έστειλαν παράκληση στην ΙΣΔΠ (23 Μαΐου 1809) για να μην απομακρυνθεί ο Tobia απ’ το νησί τους. Ο ίδιος, όμως, το ζητούσε επανειλημμένα από το 1799 και μετά [69] .

 

5. Ο επίσκοπος Ανδρέας Veggetti [70] καταγόταν από τη Χίο και χειροτονήθηκε επίσκοπος στις 12 Αυγούστου 1810. Στην Τήνο ήρθε να εγκατασταθεί ένα χρόνο αργότερα, στα μισά του 1811. Δε πέρασε πολύς καιρός  και άρχισε να παραπονιέται για το κλίμα της Τήνου που του προξενούσε προβλήματα υγείας και ζητούσε από τη Ρώμη τη μετάθεσή του σε κάποια άλλη επισκοπή της περιοχής, πράγμα που το απέκτησε στα 1816. Η ΙΣΔΠ τον μετέθεσε στην αρχιεπισκοπή Παροναξίας. Η πολιτεία του στην Τήνο υπήρξε μάλλον ασήμαντη και χωρίς κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον, τουλάχιστο για το θέμα που μας απασχολεί.

γ. Οι ορθόδοξοι αρχιεπίσκοποι Τήνου: 1715-1809.

Ο κατάλογος των ορθοδόξων αρχιεπισκόπων της Τήνου, παρόλο που στο παρελθόν απασχόλησε τους ιστορικούς για τη σύνταξή του, μόλις πρόσφατα στάθηκε δυνατό να καταρτιστεί με τη βοήθεια των εγγράφων που δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά σ’ αυτό το άρθρο. [71] Η αλληλογραφία των ορθοδόξων αρχιεπισκόπων με τους καθολικούς συναδέλφους τους, σε συνδυασμό με τις πληροφορίες που μας παρείχαν άλλες πηγές και παλαιότερα δημοσιεύματα, μου έδωσαν τη δυνατότητα να συντάξω τον πλήρη κατάλογο. Τα λιγοστά κενά που απομένουν όσον αφορά τις χρονολογίες, όχι καθοριστικής σημασίας, ίσως να συμπληρωθούν από την έρευνα στο μέλλον. Για τούτο πρέπει να αναγνωρίσουμε την τεράστια αξία που έχει η αλληλογραφία καθολικών και ορθόδοξων αρχιερέων, όταν, μάλιστα, ξέρουμε πως το Αρχείο της Κοινότητας του νησιού και το Αρχείο της Ορθόδοξης Αρχιεπισκοπής πήραν, δυστυχώς, «την άγουσαν εις το παντοπωλείον». Πάντως, δεν τελειώνει εδώ η έρευνα και η μελέτη αυτού του τομέα της εκκλησιαστικής ζωής του τόπου, αλλά χρειάζεται περαιτέρω εμβάθυνση των γνωστών στοιχείων και η αναζήτηση άλλων αγνώστων, που θα καλύψουν τα κενά που υφίστανται.

Σύμφωνα με τα γνωστά στοιχεία, ο πλήρης κατάλογος των ορθόδοξων αρχιεπισκόπων Τήνου, κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, είναι ο εξής:

1. Αρσένιος Μενδρινός 1716-1736

2. Κύριλλος Μαρμαρηνός 1736-1742

3. Ιωακείμ  1742-1743

4. Μελέτιος 1743-1773

5. Νείλος Καΐρης 1773-1793

6. Μακάριος Πολέμης 1793-1797

7. Νεόφυτος Φρέρης 1797-1809

8. Γαβριήλ 1810-1833

 

Τα στοιχεία που με βοήθησαν στη σύνταξη αυτού του καταλόγου τα παρουσίασα σε μελέτη μου, που περιέχεται στον παρόντα τόμο. Για τους περισσότερους από τους παραπάνω αρχιεπισκόπους έχουμε αρκετά στοιχεία στη διάθεσή μας που μας βοηθούν να σχηματίσουμε μια εικόνα της προσωπικότητάς τους, έστω και αν δεν είναι ολοκληρωμένη.

 

1. Ο αρχιεπίσκοπος Αρσένιος (1716-1736) καταγόταν από την Πάρο, ήταν αρχιδιάκονος του πατριαρχείου και πριν την εκλογή του ονομαζόταν Άνθιμος [72] . Τον εξέλεξαν ως πρώτο ορθόδοξο αρχιεπίσκοπο Τήνου μετά τόσους αιώνες «σχόλης», σε ηλικία 27 χρονών, αφού ο αρχιεπίσκοπος Άνδρου Διονύσιος δεν κατόρθωσε να αποκτήσει το φιρμάνι που θα του χορηγούσε τα κτήματα της καθολικής επισκοπής. Η πρώτη φροντίδα του αρχιεπισκόπου Αρσενίου ήταν, ερχόμενος στο νησί, να θέσει οριστικό τέρμα στα τελευταία εναπομείναντα στοιχεία της παλαιάς δικαιοδοσίας του καθολικού επισκόπου (που ακόμα δεν είχε εκλεγεί) πάνω στους ορθοδόξους. Έτσι, γράφοντας, αργότερα ο επίσκοπος Ν. Cigala στη Ρώμη, αναφέρει πως «αν και κατά την παράδοση του νησιού συμφωνήθηκε πως θα υπάρχει Λατίνος επίσκοπος και πως θα έχει όλα τα προνόμια που είχαν οι προκάτοχοί του κάτω από τη βενετική κυριαρχία, παρόλα ταύτα ο πατριάρχης της Πόλης έστειλε εδώ ένα επίσκοπο 27 χρονών, που με απρεπείς τρόπους απαιτεί σε χρήμα από τους ορθόδοξους πιστούς, που είναι παραπάνω από το μισό του πληθυσμού του νησιού, ό,τι έδιναν πριν στον Λατίνο επίσκοπο, δηλαδή τα δέκατα, 500 πινάκια σιτηρών» [73] . Η ενέργεια αυτή του Αρσενίου, έτσι όπως ακούγεται από το στόμα του Ν. Cigala, ηχεί ως πράξη φιλοχρηματίας, αλλά, στην πραγματικότητα, αποτελούσε την προσπάθεια να επιβάλλει de jure την de facto δικαιοδοσία που πια του ανήκε. Πρέπει ν’ αναλογιστούμε, ακόμα, πως ανάμεσα στις πρωταρχικές του προσπάθειες του αρχιεπισκόπου Αρσενίου ήταν να δημιουργήσει μια πρώτη βασική εκκλησιαστική περιουσία (οίκημα, κτήματα, μητροπολιτικό ναό, σταθερά εισοδήματα κλπ). Προσωρινά εγκαταστάθηκε στα «Δεσποτικά» της Βάνης, στο ανδρικό μοναστήρι του Αγ. Νικολάου, αλλά, με την ανάπτυξη που έλαβε η Χώρα του Αγ. Νικολάου, αυτός ή ο διάδοχός του κατέβηκε και εγκαταστάθηκε στην Χώρα του Αγ. Νικολάου, που έμελλε να αποβεί η πολιτική και οικονομική πρωτεύουσα της Τήνου στην τουρκοκρατία και μετέπειτα [74] .

 

2.Ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος Μαρμαρηνός (1736-1742) έμεινε γνωστός για τη βαθιά του αγάπη και γνώση της εκκλησιαστικής βυζαντινής μουσικής. Εκτός από την πραγματεία του για την εκκλησιαστική μουσική και τον «Ειρμόν καλοφωνικόν» και ο μουσικός κώδικας 295 των Μετεώρων (Μονή Μεταμόρφωσης) οφείλεται σ’ αυτόν, όπως μαρτυρείται στη σελ.374 του χφ [75] . Έχουμε μια πιστοποίησή του για «τες αρετές και εβλαβηες αξιες αλλιθινου πιμενα» του πρώην επισκόπου Σύρου Δαρείου De Longhis, που έμενε τότε στην Τήνο, υπογραμμένη από τον ίδιο τον Κύριλλο, τον Οικονόμο, τον Σακελάριο, τον Πρωτοπαπά, τους προεστούς, τους παπάδες και τους γέροντες όλων των ορθοδόξων χωριών του νησιού, στις 20 Απριλίου 1738, «στο παλεόν». Το έγγραφο αυτό θα βοηθούσε στην κατάληψη της καθολικής επισκοπής Τήνου από τον πρώην επίσκοπο Σύρου, στη θέση του επισκόπου Ν. Cigala, που είχε πεθάνει λίγες μέρες νωρίτερα [76] . Το γεγονός αυτό ίσως να φανερώνει τις αγαστές σχέσεις που επικρατούσαν όχι μόνο μεταξύ των δυο ανδρών, αλλά και μεταξύ των δυο κοινοτήτων κατά τη σύντομη περίοδο της αρχιερατείας του στην Τήνο.

 

3. Ο αρχιεπίσκοπος Ιωακείμ (1742-1743) αρχιεράτευσε τόσο λίγο στην Τήνο που δεν έχουμε καμιά πληροφορία γι’ αυτόν, παρά μόνο πως μετά την παραίτησή του, του χορήγησε το Πατριαρχείο εξαρχικώς την παροικία Ίμβρου [77] . Οι λόγοι της τόσο σύντομης αρχιερατείας του που τον οδήγησαν σε παραίτηση, μας είναι παντελώς άγνωστοι.

 

4.Ο αρχιεπίσκοπος Μελέτιος (1743-1773) έμεινε στον αρχιεπισκοπικό του θρόνο  για 30 ολόκληρα χρόνια, περισσότερα απ’ όλους τους προκατόχους και διαδόχους του. Καταγόταν από την Πάρο και ο πρώην μητροπολιτικός ναός των Ταξιαρχών, στη Χώρα του Αγ. Νικολάου είναι δικό του έργο. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος Τήνου στα 1743, αφού αυτή η χρονολογία αναφέρεται στο κάτω μέρος της προσωπικής του σφραγίδας. Υπήρξε άνθρωπος καλής θέλησης και συνεργάστηκε με τον καθολικό επίσκοπο όσο του ήταν δυνατόν, αφού δέχτηκε να υπογράψει τη συμφωνία του 1749, παρά την αρνητική πίεση που δεχόταν από το στενό του περιβάλλον. Σ’ αυτό το συμπέρασμα καταλήγουμε όταν μελετήσουμε όλα τα δημοσιευμένα γι’ αυτόν στοιχεία, καθώς και την αλληλογραφία του με τον επίσκοπο Βικέντιο De Via. Μελανό σημείο της αρχιερατείας του ήταν η προσπάθεια (μάλλον του περιβάλλοντός του, παρά του ίδιου) για την έκδοση του σουλτανικού φιρμανιού εναντίον των καθολικών της Τήνου, γεμάτο από ανακρίβειες και ψευδείς διαβεβαιώσεις. Τα γεγονότα που ακολούθησαν την ανέγερση ορθόδοξης εκκλησίας στον Κάμπο και οι λεηλασίες του Εξώμπουργου και του καθολικού καθεδρικού ναού κατά τη διάρκεια της ρωσικής κατοχής της Τήνου (1771-1774), χειροτέρεψαν περαιτέρω το ψυχολογικό κλίμα. Όλα όσα υποθέτει ο Λ. Φιλιππίδης «περί παρασκηνίων, άτινα προηγήθησαν του γράμματος» που υπέγραψε στο όνομα του Μελετίου ο «τοποτηρητής του αρχιεπισκόπου Τήνου ιερομόναχος Αθανάσιος» (μ’ αυτό το γράμμα όλοι οι ορθόδοξοι αρχιερείς του Αιγαίου έθεταν τους εαυτούς των και τα ποίμνιά των κάτω από την προστασία της αυτοκράτειρας της Ρωσίας Αικατερίνης Β΄), «υπό τας πολεμικάς, πολιτικάς και ιδία ψυχολογικάς εκείνας συνθήκας των ορθοδόξων Ελλήνων χριστιανών», είναι, μάλλον, αβάσιμα. Το πιθανότερο είναι πως στην υπογραφή αυτού του εγγράφου δεν παραβρέθηκε ο Τήνου Μελέτιος εξαιτίας της μεγάλης του ηλικίας και διότι τελούσε υπό παραίτηση. Πράγματι, στα 1773 έγραφε στον επίσκοπο De Via για μια διαμαρτυρία του τελευταίου σχετικά με την οικοδόμηση κάποιας εκκλησίας του Αγ. Βασιλείου, πως δεν μπορεί να ασχολείται με τέτοιες υποθέσεις «με το να είμαι γέρων και δεν δύναμαι». Και υπογράφοντας ως «ο γέρων δεσπότης και εν Χριστώ αυτής αδελφός Μελέτιος πρώην Τίνου», προτείνει στον καθολικό επίσκοπο «να καρτερεύσετε να έλθη ο αρχιερέας οπού θέλει διορίση ο εκλαμπρότατος αυθέντης να έλθη» (28 Οκτωβρίου 1773) [78] . Η υπογραφή και μόνη, σ’ αυτή την τελευταία του επιστολή, θα μπορούσε από μόνη της να χαρακτηρίσει την όλη πολιτεία του ορθοδόξου αυτού αρχιερέα Τήνου.

 

5. Ο αρχιεπίσκοπος Νείλος (1773-1793) χειροτονήθηκε για τον θρόνο της Τήνου στα 1773, όπως μας το βεβαιώνει άμεσα η σφραγίδα του και έμμεσα ο προκάτοχός του στην τελευταία επιστολή που προαναφέραμε [79] . Αν και κληρονόμησε ένα δυσάρεστο ψυχολογικό κλίμα, μπόρεσε, με την καλή του θέληση να δημιουργήσει θετικές συνθήκες στη συμβίωση των πιστών των δυο δογμάτων, έτσι που να καθίσει στο τραπέζι συνομιλιών με τον Βικάριο Ιωάννη Fonton, στα 1785. Δυστυχώς, όπως θα δούμε παρακάτω, οι συνομιλίες αυτές που έγιναν με βάση  τη συμφωνία του 1749 δεν έφεραν το αναμενόμενο αποτέλεσμα, εξαιτίας της αντίδρασης μερικών συμβούλων του. Τις κρίσεις του Δρ. Δρόσου για τον Νείλο, αν και τις αναφέρει σε σχέση με το διάδοχό του Νεόφυτο, θα πρέπει να τις δεχτούμε χωρίς επιφυλάξεις: «Κατά το έτος τούτο (1798) απεβίωσεν ο αρχιερεύς Τήνου Νείλος, του οποίου την στέρησιν έκλαυσαν και επί πολλά έτη συνησθάνθησαν οι κάτοικοι ένεκα της εναρέτου, ευσεβούς και ελευθέριας διαγωγής του» [80] . Είναι πολύ πιθανόν, τα τελευταία χρόνια της ζωής του, όπως γράφει και ο Λ. Φιλιππίδης [81] , «να ενδιέτριβεν εν Τήνω ως “πρώην Τήνου”, μακράν της ενεργού υπηρεσίας λόγω νόσου ή γήρατος ή παραιτήσεως», ενώ ήδη να αρχιεράτευε ο διάδοχός του.

 

6. Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος (1793-1797) παρέμεινε για πολύ μικρό χρονικό διάστημα στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Τήνου και για τη δράση του δε γνωρίζουμε τίποτα. Μετατέθηκε στην αρχιεπισκοπή Φαρσάλων στα 1797 και διάδοχός του στον θρόνο της Τήνου ονομάστηκε ο προκάτοχός του στα Φάρσαλα Νεόφυτος [82] .

 

7. Ο αρχιεπίσκοπος Νεόφυτος (1797-1809) κατηγορήθηκε απ’ τους ορθόδοξους ιστορικούς της Τήνου ως «απαίδευτος και παραδειγματικής φιλαργυρίας, όστις ανεμείχθη αμέσως εις τα πράγματα της πολιτείας προσκολληθείς εις την Παξημαδικήν μερίδα απροκαλύπτως. δεν κατώρθωσε πώποτε ν’αποκτήση το σέβας του ποιμνίου του» [83] . Είναι αναμφισβήτητο πως στις 4 Ιουνίου 1809 ο πατριάρχης Ιερεμίας Δ΄ έστειλε στον Νεόφυτο ένα γράμμα με το οποίο τον διέταζε «σφοδρώς και αμεταθέτως οπού να προσέχης του λοιπού καλώς και να φροντίζης μόνον περί των ανηκόντων εις το αρχιερατικόν σου επάγγελμα και την πνευματική διοίκησιν, μηδόλως πηδών υπέρ τα εσκαμμένα, και να μην τολμήσης του λοιπού κατ’ ουδένα τρόπον αμέσως ή εμμέσως, κρυφίως ή φανερώς να επιμιχθής εις καμμίαν κοινήν και πολιτικήν της νήσου ταύτης υπόθεσιν» [84] , όπως επίσης είναι αναμφισβήτητο το γράμμα-διαμαρτυρία που υπέγραψαν 41 ορθόδοξοι ιερείς του στις 18 Μαρτίου 1806 [85] . Όμως η αιτία ήταν, πέρα από κάθε αμφιβολία, η διαφωνία του αρχιεπισκόπου με την παράταξη που κυβερνούσε, δηλ. τη φατρία των εμποροαστών του Γεωργαντόπουλου (για τον οποίο υπέγραψε ο Νεόφυτος ένα πιστοποιητικό στις 16 Νοεμβρίου 1807), ο οποίος είχε φροντίσει να τον κατηγορήσει στις τουρκικές αρχές της Πόλης και στον πατριάρχη. Τον χαρακτήριζαν ιδιαίτερα ηγετικά προσόντα, όπως το αποδεικνύει η σύνταξη ενός «Καταστατικού Χάρτη» της Ορθόδοξης Αρχιεπισκοπής Τήνου στα 1797, που καθόριζε «τα της διοικήσεως του ιερατείου, των ιερών ναών και μονών, ως και τα της λειτουργίας της εκκλησιαστικής κανονικής  δικαιοσύνης, εντός του πλαισίου των προνομίων της όλης εν τη Οθωμανική Επικρατεία ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας» [86] . Ο ίδιος ο Δρ. Δρόσος, ο εκφραστής της «εμποροαστικής» τάξης που, όπως είπαμε και παραπάνω, τον κατέκρινε με τόσο σκληρές (και άδικες, κατά την άποψή μου, κρίσεις), κάνοντας τη σύγκριση μεταξύ Νεόφυτου και του διαδόχου του Γαβριήλ (1810-1830) για τον οποίο έχουν γραφτεί τόσο υπέρμετρα κολακευτικά, λέει πως ο διάδοχος του Νεόφυτου ήταν κατά «πολύ μετριώτερος καθ’ όλα» από τον προκάτοχό του... [87] . Ενδεικτική της προσωπικότητας του Νεόφυτου, μπορεί να είναι και η εικόνα της κηδείας του (1809), όπως μας τη διάσωσε ο Δρ. Δρόσος: «η μεγαλοπρεπής εκκλησιαστική παράταξις της αρχιερατικής κηδείας του (του Νεόφυτου) επροξένησε τοσαύτην εντύπωσιν εις τους κατοίκους, ώστε εξέφραζον πανδήμως οι απλούστεροι την ευχήν και την επιθυμίαν των ν’ αποβιώση εν τάχει και ο διάδοχός του δια να γευθώσι της αυτής ευχαριστήσεως» [88] . Αν και στα εκκλησιαστικά θέματα υπήρξε σκληρός στις αποφάσεις του καθώς και στις σχέσεις του με τους καθολικούς (σ’ εποχή μάλιστα που συνάδελφός του των καθολικών ήταν ο Tobia, επίσης σκληρός και μονολιθικός), καθώς και στις πολιτικές διαμάχες που εκδηλώθηκαν στα χρόνια του, δεν έλαβε ενεργό δράση εναντίον των ξεσηκωμένων, όχι επειδή ήταν «φιλοκαθολικός», αλλά γιατί διέκρινε την αδικία που διέπρατταν οι εμποροαστοί της Χώρας και συντάχθηκε με το μέρος της παράταξης των χωριανών (του Παξιμάδη). Για το λόγο αυτό και μόνο κατακρίθηκε απ’ την αντίθετη παράταξη των Γεωργαντοπουλέων και τον εκφραστή της ιστορικό Δρ. Δρόσο.

 

Κεφάλαιο 3: Τα προβλήματα των σχέσεων και η συμφωνία του 1749.

Η θρησκευτική αλλαγή του 1715, με την εγκατάσταση ορθοδόξου αρχιεπισκόπου στην Τήνο και η διοργάνωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας του νησιού, έφεραν στην επιφάνεια μερικά προβλήματα που λάνθαναν στο παρελθόν, στις σχέσεις των δυο θρησκευτικών κοινοτήτων, αλλά τα οποία δεν ήταν δυνατόν να εκδηλωθούν κάτω  από τη δικαιοδοσία ενός Λατίνου επισκόπου. Η αλλαγή στάσης των δυο εκκλησιαστικών κέντρων, στην Πόλη και στη Ρώμη, σε θέματα αντίληψης και αποδοχής της άλλης πλευράς (σκλήρυνση στις θεολογικές αντιλήψεις), προκάλεσε και νέα προβλήματα επιτόπου, τα οποία οδήγησαν τους πιστούς των δυο Εκκλησιών σε τεταμένες σχέσεις, αλλά και την επιχώρια ιεραρχία. Όλα τα προβλήματα που εμφανίστηκαν σ’ αυτή την περίοδο, κάτω από την πίεση των νέων δεδομένων, απαιτούσαν άμεσες λύσεις από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές, χωρίς να περιμένουν βοήθεια από πουθενά. Οι λύσεις αυτές δίνονταν είτε μονομερώς από την κάθε πλευρά, είτε από κοινού μετά από ανεπίσημες επαφές μεταξύ των δυο αρχιερέων (προφορική επικοινωνία, ανταλλαγή αλληλογραφίας), είτε από την επίσημη κοινή συμφωνία που υπέγραψαν και τα δυο μέρη στα 1749 [89] .

 

Α.  Όπως ήδη ανέφερα, τα κυριότερα προβλήματα που απασχόλησαν τις εκκλησιαστικές ηγεσίες και των δυο δογμάτων μέσα στον 18ο αιώνα, ήταν κυρίως τέσσερα και θα τα πραγματευθώ με την εξής σειρά:

 α. Η κοινή λατρεία ή «η εν τοις ιεροίς κοινωνία»

 β. Οι μικτοί γάμοι

 γ. Οι εκκλησίες διπλής λατρείας και η ιδιοκτησία τους

 δ. Οι αλλαγές δόγματος στους πιστούς

α. Η κοινή λατρεία ή «η εν τοις ιεροίς κοινωνία»

 Το μεγάλο αυτό πρόβλημα, δηλ. η συμμετοχή στα μυστήρια με όσους δεν είχαν πλήρη εκκλησιαστική κοινωνία (ετεροδόξους), απασχόλησε την Εκκλησία από τους πρώτους αιώνες της ύπαρξής της. Δεν υπήρξε, όμως μια σταθερή στάση (υπέρ ή κατά), αλλά οι γνώμες των  επισκόπων, των πατριαρχών, των οικουμενικών και τοπικών συνόδων, άλλαζαν ανάλογα με τις επικρατούσες θεολογικές θέσεις, αλλά και τις ιστορικές συγκυρίες. Ορισμένες φορές όχι μόνο ήταν επιτρεπτή η «κοινή λατρεία» με τους «ετεροδόξους», αλλά η ιεραρχία προέτρεπε προς αυτήν το ποίμνιό της [90] . Άλλοτε πάλι, η συμμετοχή στη λατρεία των «ετεροδόξων» επέφερε την ποινή του αφορισμού. Τέτοιες διαφοροποιήσεις στάσης συναντούμε και στην Ορθόδοξη, αλλά και στην Καθολική Εκκλησία, στο πέρασμα των αιώνων. Η ελαστικότητα των θέσεων της ιεραρχίας δεν προερχόταν πάντα από τις επικρατούσες θεολογικές αντιλήψεις, αλλά και από τις ιστορικές συγκυρίες, όπως αυτές διαμορφώνονταν ανάλογα με τις εποχές. Η θετική ή η αρνητική στάση δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να χαρακτηριστεί ως αντικανονική, αφού εφαρμόστηκε, στον ελληνικό χώρο όχι μονάχα στην περίοδο της βενετοκρατίας, οπότε θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος ότι ασκήθηκε κάτω από συνθήκες πίεσης, βίας και εξαναγκασμού, όπως υποστηρίχτηκε [91] , αλλά και στα χρόνια της τουρκοκρατίας, όταν τέτοιου είδους δικαιολογία δε θα μπορούσε να σταθεί. Πράγματι, ορθόδοξοι ιεράρχες εφάρμοσαν και υπερασπίστηκαν μορφές «κοινής λατρείας» ως εκφράσεις της παράδοσης. Αυτό μπορεί να διαπιστωθεί και απ’ τα έγγραφα που δημοσιεύουμε στο τέλος της παρούσας μελέτης.

 Θα πρέπει πούμε, μιας εξαρχής πως στα  χρόνια της βενετοκρατίας (1207-1715) δεν υπήρξε απόλυτη και χωρίς διάκριση «κοινή λατρεία» μεταξύ Καθολικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Τήνο, αλλά όποια και αν υπήρξε, προερχόταν από τη γενικότερη ιδέα και συνείδηση που είχε ο λαός για το σχίσμα. Πράγματι, η εδραίωση του σχίσματος στη συνείδηση του λαού δεν επήλθε παρά πολύ αργότερα από τη χρονολογία που θεωρεί η ιστοριογραφία ως έναρξη της διαίρεσης (1054). Τα λαϊκά στρώματα διατήρησαν διαφορετικές αντιλήψεις από εκείνες που πρέσβευαν οι αντίστοιχες ιεραρχίες τους. Και αυτό διαπιστώνεται στο παρελθόν, αλλά το διαπιστώνουμε και σήμερα, στις καθημερινές σχέσεις του λαού. Δεν απουσίαζαν οι στιγμές απόλυτης βεβαιότητας, που ενυπάρχει και στις μέρες μας στο λαό, ως αυθεντική έκφραση του «sensus Ecclesiae» ότι «όλοι είμαστε το ίδιο χριστιανοί» [92] . Γι’ αυτό πρέπει να θεωρούμε ως δεδομένη την ταραχή τόσο του καθολικού πληρώματος του νησιού, όσο και του ορθόδοξου [93] από τον νεωτερισμό της πατριαρχικής απόφασης του 1756 που απέρριπτε την εγκυρότητα του βαπτίσματος των καθολικών και εγκαινίαζε τον αναβαπτισμό [94] . Εξετάζοντας με περισσότερη νηφαλιότητα το θέμα της «κοινής λατρείας» κατά τον 18ο αιώνα, πριν ακόμα εκδοθούν οι απαγορευτικές διατάξεις από τη Ρώμη και από την Πόλη (βλ. παρακάτω), αλλά και χωρίς το πρίσμα της δικής μας νοοτροπίας, θα πρέπει να συμπεράνουμε πως στο βαθμό που εφαρμόστηκε στην Τήνο η «κοινή λατρεία», γινόταν με πλήρη συνείδηση και σιωπηλή συμφωνία και από τα δυο μέρη. Σ’ αυτό συνετέλεσε και η δυσκολία με την οποία οι δυο ιεράρχες, αλλά και ο λαός των δυο δογμάτων, δέχονταν να εφαρμόσουν τις άνωθεν διαταγές που επέβαλλαν την αλλαγή από την παραδοσιακή πρακτική. Ο αρχιεπίσκοπος Νεόφυτος σημειώνει ενδεικτικά στην επιστολή του της 29 Δεκεμβρίου 1797: «Τόσον η εκλαμπρότητά της (δηλ. ο επίσκοπος Tobia) όσον και εγώ είμεθα νέοι αρχιερείς, και δεν πρέπει να αναιρούμεν την παλεάν συνήθειαν. Πριν να έλθω εγώ εις την τίνον επίσκοπος, αρχιεράτευσαν εδώ εξ αρχιερείς των ρωμαίων, ίσως και άλλοι τόσοι των λατίνων, οι οποίοι άφηναν τους ρωμαίους να λειτουργούσιν εις τους αγίους αναργύρους με διάφορα αφιερώματα. λοιπόν τώρα πώς ημπορούμεν να τους εμποδίσομεν;» [95] .

 Γνωρίζουμε τα φαινόμενα της «κοινής λατρείας» των δυο δογμάτων: κοινές εκκλησίες, παρακολούθηση της Λειτουργίας από ένα πιστό στην εκκλησία του άλλου δόγματος, προσκύνηση και απόδοση τιμής στις ίδιες εικόνες, εξομολόγηση λαϊκών και ιερέων ορθοδόξων σε καθολικό ιερέα μέσα στην ορθόδοξη εκκλησία του Εξώμπουργου, συμμετοχή σε λιτανείες του άλλου δόγματος και άλλες εκδηλώσεις ήσσονος σημασίας. Στα χρόνια της βενετοκρατίας η «κοινή λατρεία» πρέπει να ήταν, αναμφίβολα, περισσότερο αυξημένη και περισσότερη γενικευμένη, πράγμα που οφειλόταν στις δικαιοδοσίες του Λατίνου επισκόπου και απ’ την εσωτερική πεποίθηση του λαού, που προαναφέραμε. Φυσιολογικά οι εκδηλώσεις της «κοινής λατρείας» άρχισαν να μειώνονται κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, και έφτασαν ως και την γενική κατάργησή τους, χωρίς, όμως, να λησμονούμε πως λείψανά της διατηρούνται μέχρι σήμερα, όπως, συμμετοχή σε θρησκευτικές τελετές του άλλου δόγματος, ελεύθεροι μικτοί γάμοι, συμμετοχή σε κηδείες και μνημόσυνα, προσφορές Λειτουργιών και ταμάτων σε ναούς του άλλου δόγματος, με την εσωτερική και εξωτερική πεποίθηση της συμμετοχής σε μια θρησκευτική τελετή παράλληλη μ’ εκείνη του ιδίου δόγματος και όχι απλώς για κοινωνικούς λόγους. Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο η συμμετοχή ορθοδόξων πιστών στα μυστήρια της Μετάνοιας και της Ευχαριστίας της Καθολικής Εκκλησίας και στις μέρες μας, αφού η ελεύθερη επικοινωνία μεταξύ των πιστών και οι μικτοί γάμοι βοήθησαν στην άμβλυνση περιοριστικών ορίων που είχαν καθορίσει στο παρελθόν οι ιεραρχίες των δυο δογμάτων [96] .

 Στα έγγραφα που δημοσιεύονται στο τέλος αυτής της μελέτης, παρουσιάζονται όλα εκείνα τα φαινόμενα που προανέφερα. Σ’ όλες ανεξαιρέτως τις περιπτώσεις, εμφανίστηκαν και αρνητικές αντιδράσεις των καθολικών εφημερίων των χωριών (Κελιά, Στενή, Κέχρος, Λιβάδα, Σπηλιά κλπ) που επιθυμούσαν τον πλήρη και απόλυτο διαχωρισμό των δυο δογμάτων έστω και αν χρειαζόταν, γι’ αυτό, να ξεπεράσουν τα όρια, αντιβαίνοντας στην επίσημη θέση που είχε ο επίσκοπος [97] . Οι επίσκοποι στην προσπάθειά τους να κρατήσουν ειρηνική τη συμβίωση των ποιμνίων τους διατηρούσαν μια στάση περισσότερο ήπια [98] . Ο ορθόδοξος κλήρος, με επικεφαλής τον αρχιεπίσκοπο, αντίθετα προσπαθούσε, αν όχι να κρατήσει το status quo, τουλάχιστο να μην δημιουργήσει προηγούμενα που θα καταργούσαν κεκτημένα δικαιώματα σε εκκλησίες και εξωκκλήσια που βρίσκονταν κάτω από καθολική ιδιοκτησία ή δικαιοδοσία. Παρέμεναν, όμως, άτεγκτοι όταν επρόκειτο για συμμετοχή καθολικών πιστών σε εκκλησίες που βρίσκονταν κάτω από ορθόδοξη δικαιοδοσία. Ταυτόχρονα απαγόρευαν αυστηρά κάθε είδους κοινωνίας στα μυστήρια, ακόμα και τον μικτό γάμο, αν πριν δε γινόταν η προσχώρηση στο ορθόδοξο δόγμα και ο αναβαπτισμός. Όσο προχωρούμε προς το τέλος του 18ου αιώνα, η στάση και των δυο ιεραρχών σκληραίνει όλο και περισσότερο, στην εφαρμογή των αποφάσεων των εκκλησιαστικών τους κέντρων.

 Πράγματι γύρω στην ίδια περίοδο η Αγία Έδρα στη Ρώμη και το Πατριαρχείο στην Πόλη εκδίδουν διατάγματα με τα οποία απαγορεύουν αυστηρά κάθε μορφή «κοινής λατρείας». Συγκεκριμένα στις 10 Μαΐου 1753 η Ρωμαϊκή Σύνοδος της Inquisizione δημοσίευσε μια διαταγή με την οποία απαγόρευε κάθε μορφή «κοινής λατρείας» μεταξύ καθολικών και ορθοδόξων, ακόμα και την κοινή χρήση εκκλησιών και εξωκλησιών [99] . Ο επίσκοπος της Τήνου φρόντισε να θέσει σε ισχύ αυτή την απόφαση, όπως διαφαίνεται από την έκθεση του αρχιεπισκόπου Νάξου και Αποστολικού Επισκέπτη της Τήνου De Stefani στα 1756 [100] και από την έκθεση του De Via στα 1772 [101] . Σ’ αυτή τη δεύτερη έκθεση υπογραμμίζεται επί λέξει: «Μετά τις διατάξεις της Συνόδου της Ιερής Εξέτασης, που εκδόθηκαν στις 10 Μαΐου 1753, καταργήθηκε κάθε επικοινωνία στα ιερά μεταξύ των δικών μας Λατίνων καθολικών και των ορθοδόξων. Μονάχα στην ορθόδοξη εκκλησία του χωριού Ιστέρνια έχουμε εμείς οι Λατίνοι ένα παρεκκλήσιο αφιερωμένο στην Παναγία του Ροδαρίου και όπου πηγαίνει, στις γιορτές, απ’ το χωριό Καρδιανή ένας λατίνος ιερέας για να τελέσει εκεί τη Θ. Λειτουργία. Και αυτό για την ευκολία δυο λατίνων που κατοικούν σ’ αυτό το χωριό και των χωρικών της περιοχής που πηγαίνουν εκεί για τις αγροτικές τους εργασίες και που, αν δεν πήγαινε ο λατίνος ιερέας ή θα έμεναν αλειτούργητοι ή θα άκουγαν την ορθόδοξη. Διατηρήσαμε ακόμα τη συνήθεια να ιερουργούμε σ’ αυτό το παρεκκλήσιο, επειδή οι ορθόδοξοι άρπαξαν πολλά ακίνητα αυτού του λατινικού παρεκκλησίου, ελπίζουμε με τη διατήρηση αυτής της ιδιοκτησίας να αποκτήσουμε και πάλι όλα αυτά, αν αλλάξει η κατάσταση. Στους Λατίνους, ακόμα, δεν επιτρέπεται πια, με κανένα τρόπο να συνάπτουν γάμους μ’ ορθόδοξους, όπως επιτρεπόταν πριν...» [102] . Αξίζει να σημειωθεί πως ο De Via πραγματοποίησε τουλάχιστο ένα ταξίδι στην Πόλη, στα 1760-61, για να μπορέσει να αποκτήσει, με τη μεσολάβηση του Γάλλου πρέσβη, ένα σουλτανικό φιρμάνι το οποίο να εξασφαλίζει την ελεύθερη εξάσκηση του καθολικού δόγματος και που θα ακύρωνε το προηγούμενο που είχε εκδοθεί το 1759-60 ύστερα από αίτημα του πατριάρχη Σεραφείμ [103] . Την ίδια εκείνη εποχή και πιθανόν με το ίδιο σουλτανικό φιρμάνι, ο De Via κατόρθωσε να αποχτήσει και την απαγόρευση της ανέγερσης ορθοδόξου ναού στον Κάμπο, όπου κατοικούσαν καθολικοί [104] .

 Τρία χρόνια αργότερα, στα 1756, με απόφαση των πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου, Ιεροσολύμων Παρθενίου και Αλεξάνδρειας Ματθαίου τα Μυστήρια της Καθολικής Εκκλησίας χαρακτηρίστηκαν ως «εφευρέματα ανθρώπων διεφθαρμένων, αλλόκοτα και της αποστολικής όλης παραδόσεως αλλότρια» και για τούτο απαγορευόταν οποιασδήποτε μορφής επικοινωνία και «κοινή λατρεία» μεταξύ καθολικών και ορθοδόξων [105] . Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μάλιστα, φρόντισε και για την έκδοση του σουλτανικού φιρμανιού (το γνωστό braccio secolare της Ορθόδοξης Εκκλησίας) που προαναφέραμε [106] και το οποίο, στην ουσία, απόβλεπε στην κατάργηση κάθε «κοινής λατρείας», αφού όλες οι κατηγορίες τις οποίες εμπεριέχει εναντίον των καθολικών στερούνται βάσεως. Πράγματι, σε καμιά επιστολή ορθόδοξου αρχιεπισκόπου προς τον καθολικό επίσκοπο δεν αναφέρεται κάποια σχετική κατηγορία ή παράπονο, και μάλιστα έτσι γενικευμένα όπως αναφέρει ο πατριάρχης στο φιρμάνι. Έχουμε βέβαια την περίπτωση της Καρδιανής, όπως περιγράφεται σε επιστολή του αρχιεπισκόπου Μελετίου προς τον επίσκοπο De Via, της 7ης Οκτωβρίου 1759 [107] , αλλά και αν τα γεγονότα συνέβηκαν μ’ αυτό τον βίαιο τρόπο (έχουμε σοβαρούς λόγους ν’ αμφιβάλλουμε για την αξιοπιστία των πληροφοριοδοτών του Μελέτιου), δεν ήταν παρά ένα μεμονωμένο γεγονός, αφού σ’ ολόκληρο το ΑΚΤ δεν αναφέρεται έστω και μια άλλη παρόμοια περίπτωση [108] . Παρά την πατριαρχική απόφαση και το σουλτανικό φιρμάνι, η «κοινή λατρεία» συνεχίστηκε στην Τήνο και από την Ορθόδοξη Εκκλησία, ιδιαίτερα με την κοινή χρησιμοποίηση των εκκλησιών και των εξωκλησιών και όπως είπαμε παραπάνω, δεν σταμάτησε μέχρι την εποχή μας.

β. Οι μικτοί γάμοι

 Γεγονός αναπόφευκτο, ιδιαίτερα μέσα στις κλειστές νησιώτικες κοινωνίες, οι μικτοί γάμοι ήταν από πάντα ένα από τ’ «αγκάθια» που δημιουργούσαν προβλήματα στις σχέσεις των δυο δογμάτων. Η οικογένεια που, από πάντα, ήταν κύτταρο όχι μονάχα της πολιτικής κοινότητας αλλά και της θρησκευτικής, ήταν αντικείμενο της επιρροής και του ελέγχου της ιεραρχίας, αφού πολλές εκδηλώσεις της οικογενειακής ζωής ήταν ταυτόχρονα κοινωνικές και θρησκευτικές (αρραβώνες, γάμοι, βαπτίσεις, κηδείες, κλπ).

Οι μικτοί γάμοι όχι μονάχα παρουσίαζαν ιδιαίτερα προβλήματα (π.χ. «κοινής λατρείας» αφού το ένα μέλος λάβαινε μέρος σε μια ιεροτελεστία που δεν την τελούσε λειτουργός του δικού του δόγματος, της μελλοντικής ανατροφής των παιδιών και της βάφτισής του. αγνόηση, συχνά, των διατάξεων του κανονικού δικαίου, κ. ά.), αλλά δημιουργούσε και εκείνες τις προϋποθέσεις που οδηγούσαν στη θρησκευτική αδιαφορία, στον έμμεσο και άμεσο προσηλυτισμό, αλλά προκαλούσαν και κοινωνικές αναστατώσεις. Για τούτο, μιας εξαρχής, οι δυο ιεραρχίες χαρακτήριζαν τους μικτούς γάμους ως ανεπιθύμητους και τους εμπόδιζαν με κάθε τρόπο και μέσον, και τους απαγόρευσαν ρητά [109] . Παρόλα ταύτα, στην Τήνο, ίσως και αλλού, η ορθόδοξη ιεραρχία τους υποδαύλιζε κρυφά, αν διαφαινόταν η ελπίδα ή η υποψία της προσχώρησης του καθολικού μέλους στην Ορθοδοξία [110] . Πολλές φορές, μάλιστα, οι ιεράρχες -ο καθένας για τους δικούς του λόγους- απαγόρευαν ένα μικτό γάμο όταν οι δυο μελλόνυμφοι διαβεβαίωναν πως θα συνέχιζαν να ζουν ο καθένας, σύμφωνα με το δόγμα στο οποίο βαφτίστηκε. Τότε οι ορθόδοξοι αρχιεπίσκοποι ήταν απολύτως αρνητικοί. Είναι κοινή η διαπίστωση πως εξαιτίας των μικτών γάμων -οπότε και της ελαστικότητας της νομοθεσίας και της στάσης της καθολικής ιεραρχίας- ελαττώθηκε σημαντικά ο αριθμός των καθολικών στα κυκλαδονήσια. Και το φαινόμενο αυτό προκαλούσε ιδιαίτερες ανησυχίες στους καθολικούς επισκόπους της Τήνου από πολύ παλιά [111] .

 Στην εποχή της βενετοκρατίας, παρόλο που θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει πως οι μικτοί γάμοι ήταν ευκολότεροι και δημιουργούσαν λιγότερα προβλήματα, η κατάσταση παρουσιάζεται η ίδια με εκείνη των χρόνων της τουρκοκρατίας. Στα λιγοστά έγγραφα της Γραμματείας του επισκόπου Γεωργίου Περπινιάνη που σώθηκαν στο ΑΚΤ, υπάρχει και ένα έγγραφο με το οποίο δίνεται η άδεια τέλεσης ενός μικτού γάμου. Επειδή πιστεύω πως η περίπτωση αυτή μας επιτρέπει να συμπεράνουμε πως πρόκειται για τον κανόνα, παραθέτω το κείμενο και τη μετάφραση του εγγράφου [112] :

 

Στις 30 Αυγούστου 1597

Παρουσιάστηκε μπροστά στο Σεβασμιότατο Επίσκοπο ο Πιέρος Απέργης του ποτέ Μιχαήλ από τον Τριπόταμο, ορθόδοξος, που επιθυμώντας να ενωθεί σε γάμο με την Μαρίνα κόρη του Πιέρου Μαρκουΐζου του ποτέ Τζώρτζη από το ίδιο χωριό, καθολική, ζήτησε την άδεια από τη Σεβασμιότητά του παρουσία της προαναφερόμενης Μαρίνας και της μητέρας της, υποσχόμενοι και οι δυο να μείνουν και να ζουν ήσυχα ο καθένας στο δόγμα του και τις υποχρεώσεις του και ούτε να δώσουν (ο ένας στον άλλο) ενόχληση για την περίπτωση αυτή και να κάμουν τ’ αγόρια ορθόδοξα και τα κορίτσια καθολικά. Η Σεβασμιότητά του, αφού άκουσε αυτή την αίτηση και τους όρους που δηλώθηκαν σ’ αυτή, τους έδωσε την άδεια να αναγγελθεί αυτός ο γάμος. Όπως στο κεφάλαιο των γάμων. Με προσαύξηση δέκα τζεκίνια για επιτίμιο σε βάρος του καθένα, που θα προοριστούν για τις ιερές υποθέσεις ότι πρέπει να τηρήσουν και να εφαρμόσουν ότι υποσχέθηκαν και δήλωσαν, δηλαδή να ζουν ο καθένας στο δικό του δόγμα και να κάνουν παιδιά όπως παραπάνω. Παρόντες ο Πρε Θωμάς απ’ το Τρέβιζο και ο Πρε Αντώνιος Μορένο.

 

Ο ίδιος επίσκοπος, σε αρκετές περιπτώσεις, δεν έχανε την ευκαιρία να σημειώνει τις δυσκολίες που συναντούσε στην εφαρμογή των διατάξεων που αφορούσαν τους μικτούς γάμους, είτε προς τον διοικητή του νησιού, είτε προς τις αρχές της Βενετίας, είτε προς τον πάπα, είτε προς τους καρδιναλίους με τους οποίους συνδιαλεγόταν [113] . Όσοι ασχολήθηκαν μ’ αυτή την περίοδο της ιστορίας του νησιού, διαπιστώνουν τις δυσκολίες που προέρχονταν από την τέλεση των μικτών γάμων και τη σοβαρή μείωση του καθολικού πληθυσμού από τα χρόνια της βενετοκρατίας κιόλας, προς όφελος της ορθόδοξης εκκλησίας, η οποία χρησιμοποίησε πάντοτε τους μεικτούς γάμους ως μέσο προσηλυτισμού των πιστών άλλων δογμάτων [114] .

 Με την πάροδο του χρόνου, όμως, η στάση των δυο Εκκλησιών σκλήρυνε. Η απαγόρευση των μικτών γάμων (που ίσχυε ήδη από την εποχή των συνόδων), γινόταν όλο και πιο αυστηρή και όπως ήταν φυσικό, ο αντίκτυπος αυτών των θέσεων έφτανε και στην Τήνο.

Έτσι έχουμε μια αχρονολόγητη διαμαρτυρία του επισκόπου Guarchi προς τον αρχιεπίσκοπο Μελέτιο [115] , γιατί δέχτηκε να στεφανώσει ένα καθολικό, τον Γιάννη Rimonto απ’ το Σμαρδάκιτο και να τον κάμει ορθόδοξο, πριν έλθουν σε συνεννόηση οι δυο τους. Αργότερα, στα 1772, ο Μελέτιος θα ειδοποιήσει τον επίσκοπο De Via πως κάποιος Μόδενας απ’ τον Κτικάδο ζήτησε σε γάμο την κόρη του Χατζηγιάννη απ’ τον Τριπόταμο, αλλά δεν του έδωσε άδεια, παρόλο που υποσχέθηκε να «γίνει ρωμαίος». Ζητά, στη συνέχεια, να μην του δοθεί άδεια ούτε απ’ τον καθολικό επίσκοπο, έστω και αν υπάρξει υπόσχεση να «γίνει φράγκισα η γυναίκα», επειδή «τα δίπαρτα (δηλ.οι μικτοί γάμοι) είναι όλο σύγχισιν εις το σπίτι» [116] .

 Ο επίσκοπος Βικέντιος De Via, γράφοντας την ίδια χρονολογία στη Ρώμη, σε απάντηση 69 ερωτήσεων που του είχε θέσει η Ρωμαϊκή Σύνοδος της de Propaganda Fide για την κατάσταση της επισκοπής του, σημειώνει μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που θα σχηματίζαμε έχοντας υπόψη μας τα δυο προαναφερόμενα έγγραφα που μαρτυρούν μια ειρηνική συμβίωση και συνεννόηση μεταξύ των ιεραρχών των δυο δογμάτων. Αναφέρει σχετικά πως, επειδή έχουν απαγορευτεί οι μικτοί γάμοι, αν δεν υπάρχει από πριν η βεβαιότητα πως τα παιδιά που θα γεννηθούν θα βαπτιστούν και θ’ ανατραφούν στο καθολικό δόγμα, όσοι καθολικοί θέλουν να παντρευτούν με ορθόδοξο ή ορθόδοξη, αλλάζουν από πριν δόγμα με αναβαπτισμό (δηλ. η ίδια απαγόρευση ισχύει και από την ορθόδοξη πλευρά) και τότε ο ορθόδοξος αρχιεπίσκοπος τους δίνει την άδεια, έστω και αν είναι παντρεμένοι (δηλ. τους χορηγεί διαζύγιο) [117] . Στην καλύτερη των περιπτώσεων, τους δίνει άδεια να παντρευτούν όταν υποσχεθεί ο καθολικός πως τα παιδιά του γάμου του θα τα βαφτίσει στο ορθόδοξο δόγμα. Ο De Via σημειώνει ακόμα πως μεγάλος αριθμός των μικτών γάμων προέρχεται απ’ το μέρος των καθολικών από έρωτα, ενώ απ’ το μέρος των ορθοδόξων απ’ το πάθος ενάντια στο καθολικό δόγμα! Στην ίδια διαπίστωση φτάνει ο καθ. Λ. Φιλιππίδης, όταν γράφει: «αι μεν ορθόδοξοι Ελληνίδες, σεβόμενοι δε πρωτίστως και εαυτάς, απέκρουον προτάσεις παρανόμου συμβιώσεως. αι δε ετερόδοξοι, ερώντες αυτών και μη ευρίσκοντες διέξοδον προς λύσιν του προσωπικού των προβλήματος, μη έχοντες δε και την δυνατότητα στροφής προς ομοδόξους των κόρας, διότι αύται ήσαν ολιγάριθμοι, μεθίσταντο εις την ορθοδοξίαν, ίνα ακωλύτως πλέον νυμφεύονται ως ορθόδοξοι ορθοδόξους» [118] .

Μπορούμε να πούμε, τελειώνοντας, πως οριστική λύση σ’ αυτό το πρόβλημα ούτε δόθηκε ούτε πρόκειται να δοθεί, από τη στιγμή που οι ιεραρχίες των δυο δογμάτων δε σεβαστούν τη θρησκευτική ελευθερία των πιστών τους και δε φτάσουν σε μια κοινή συμφωνία, που να τη σεβαστούν πλήρως.

γ. Οι κοινές εκκλησίες και οι ιδιοκτησίες τους.

 Με τον πλήρη διαχωρισμό των δυο θρησκευτικών κοινοτήτων στην Τήνο, που επήλθε με την εγκατάσταση ορθοδόξου αρχιεπισκόπου στην Τήνο, μερικές εκκλησίες και ιδιαίτερα ιδιωτικά εξωκκλήσια, βρέθηκαν στην περίεργη κατάσταση ν’ ανήκουν σε άτομα που δεν ακολουθούσαν το ίδιο δόγμα στο οποίο αυτές ανήκαν. Δεν υπήρχε κάποιο αντικειμενικό κριτήριο που θα μπορούσε να δώσει άμεση λύση στο πρόβλημα της ιδιοκτησίας των. Για τούτο, συχνά δημιουργούνταν διαμάχες και διχόνοιες ανάμεσα στους πιστούς των δυο δογμάτων για το ένα ή το άλλο εξωκκλήσι. Στο να γίνονται πιο έντονες αυτές οι διαμάχες, συνέβαλε, χωρίς αμφιβολία, και ο οικονομικός παράγοντας, αφού το κάθε εξωκκλήσι το συνόδευε τουλάχιστο ένα ή και περισσότερα χωράφια-λεγάτα, τα οποία μαζί με τις προσφορές των πιστών μπορούσαν να αυξήσουν τα έσοδα του ενός ή του άλλου εφημερίου, αλλά και των ίδιων των πιστών.

 Όπως ήταν φυσικό, με την αλλαγή του καθεστώτος, στα 1715, δημιουργήθηκε μια σχετική αναρχία στην ιδιοκτησία μερικών εκκλησιών και των χωραφιών τους, παρόλο που η συνθήκη της εκούσιας παράδοσης του νησιού στους Τούρκους προέβλεπε πως οι κάτοικοι θα συνέχιζαν να κατέχουν και μετά το 1715 ό,τι κατείχαν και πριν, κάτω από τους Βενετούς [119] . Αλλά αμέσως μετά, όταν άρχισαν τα πράγματα να σταθεροποιούνται, μερικοί κατέφυγαν ή στο σουλτάνο ή στον καπετάν πασά, για να εκδοθούν σχετικά φιρμάνια που θα τους εξασφάλιζαν την ιδιοκτησία κάποιας εκκλησίας και της αντίστοιχης περιουσίας της. Κάποιοι πέτυχαν στο σκοπό τους, ενώ άλλοι απέτυχαν, είτε γιατί οι αντίπαλοί τους κατάφεραν να φτάσουν πιο ψηλά στα κυβερνητικά κλιμάκια της Πόλης, είτε γιατί είχαν την οικονομική δυνατότητα να πληρώσουν περισσότερα για τις απαραίτητες δωροδοκίες που αποτελούσαν μέρος του διοικητικού συστήματος. Παρόλα ταύτα, μερικά εξωκκλήσια, μέχρι και το τέλος του 19ου αι., αποτελούσαν αντικείμενο διαμαχών μεταξύ των δυο δογμάτων, αλλά και διαμαρτυριών προς τα όργανα της εξουσίας.

 Έτσι στην «Ανθομωλόγηση» του 1749 αποφασίστηκε πως όσες εκκλησίες βρίσκονταν «εις την εξουσίαν τον λατίνον με τα αποστατικά τους να νομίζωντε εδικάντους, δίχως να προσχορήσουν εις κανέναν τρόπον η Ρομαίη εις αυτές» και το αντίθετο. Αποφασίστηκε ακόμα να συνταχθούν δυο κατάλογοι που να περιέχουν τις ονομασίες των εκκλησιών και των δυο δογμάτων, ώστε στο μέλλον να είναι ξεκαθαρισμένα τα δικαιώματα ιδιοκτησίας και να αποφεύγονται διαμάχες και φιλονικίες. Σ’ αυτούς τους καταλόγους θα καταγράφονταν όχι μονάχα οι εκκλησιές που ανήκαν σίγουρα στο ένα ή στο άλλο δόγμα, αλλά και οι κοινές εκκλησίες. Φαίνεται όμως πως σ’ αυτό το σημείο σκόνταψε η εφαρμογή του όρου που αναφέραμε και δεν εφαρμόστηκε [120] . Όταν, μάλιστα, εκδόθηκαν τα διατάγματα που απαγόρευαν κάθε «κοινή λατρεία» μεταξύ των δυο δογμάτων, παρουσιάστηκε το πρόβλημα των κοινών εκκλησιών σ’ όλη του την οξύτητα, όπως μαρτυρούν οι περισσότερες επιστολές που δημοσιεύουμε στο τέλος [121] . Έτσι, ενώ σε κάποια μέρη η σωφροσύνη του λαού και των ιεραρχών απέτρεψε δυσάρεστα γεγονότα, σε άλλα εξωκκλήσια εξελίχτηκαν ομηρικοί καυγάδες μεταξύ των πιστών των δυο δογμάτων για την απόκτηση ή την διατήρηση της ιδιοκτησίας τους. Δεν θα ασχοληθώ εδώ με κάποια περίπτωση ιδιαίτερα, αφού οι επιστολές, που δημοσιεύονται στο τέλος της μελέτης, παρέχουν ορισμένα στοιχεία, αλλά και επειδή ο κατάλογος των επεισοδίων που διαδραματίστηκαν δεν θα ήταν πλήρης...

 Μερικές εκκλησίες άλλαξαν ιδιοκτήτη, κατά την περίοδο που εξετάζουμε, κατά τρόπο βίαιο και πολύ λίγο χριστιανικό. Μερικές, πάλι, παρέμειναν στα χέρια των ιδιοκτητών τους, επειδή είχαν φυλάξει μερικά έγγραφα χρονολογημένα από τα χρόνια της βενετοκρατίας και τα παρουσίασαν στις τουρκικές αρχές ως «τίτλους ιδιοκτησίας» [122] . Γνωστές είναι οι περιπτώσεις της Φανερωμένης, της Παναγίας στη Λιβάδα και στη Σπηλιά, του Αγ. Γεωργίου Κρεμαστού, του Αγ. Παντελεήμονα στον Απεργάδο και των Αγ. Αναργύρων στον Κέχρο. Απ’ αυτές, σήμερα, μόνο ο Αγ. Παντελεήμονας ανήκει στην ορθόδοξη εκκλησία, ενώ στη Φανερωμένη και στη Λιβάδα οι ορθόδοξοι έχτισαν άλλη δική τους εκκλησία δίπλα στην προϋπάρχουσα καθολική.

δ. Η αλλαγή δόγματος

 Δεν είναι σπάνιο να συναντήσουμε σε έγγραφα της εποχής της βενετοκρατίας διαβεβαιώσεις καθολικών αξιωματούχων πως οι «greci» του νησιού ήταν «cattolici di rito greco» (καθολικοί του ελληνικού τυπικού). Αυτή την πεποίθησή τους τη στήριζαν σε λογικά επιχειρήματα που βασίζονταν, όμως, μόνο σε λατρευτικές εκδηλώσεις (όπως, για παράδειγμα, η σύχνασή τους σε καθολικούς ιερείς για εξομολόγηση και Θεία Μετάληψη [123] ) και όχι σε κάποια συνειδητή δογματική επιλογή που είχαν κάμει οι πιστοί. Αυτή την πεποίθηση δεν τη συμμερίζονταν μόνο οι συγκεκριμένοι αξιωματούχοι, αλλά και σημαντικό μέρος του λαού. 

 Πράγματι, όταν μετά το 1715 η κατάσταση άλλαξε ριζικά και ταχύτατα, ενώ η πλειονότητα των ορθοδόξων κατανόησε μιας εξαρχής σε ποια Εκκλησία ανήκε, σε μερικούς άλλους δημιουργήθηκαν σοβαρά προβλήματα συνείδησης, μέχρι το σημείο που ορισμένες αναφορές να κάνουν λόγο και για «κρυφοκαθολικούς» μεταξύ των ορθοδόξων [124] . Χαρακτηριστικά, στις 18 Σεπτεμβρίου 1775 ο καρδινάλιος Andrea Corsini, με βάση την έκθεση του επισκόπου Βικεντίου De Via, σημείωνε στα πρακτικά της ΙΣΔΠ πως στην Τήνο μπορούσε να παρατηρήσει κάποιος διάφορους τύπους ορθοδόξων: α. ήταν εκείνοι που ακολουθούσαν σε όλα το δόγμα τους, τον αρχιεπίσκοπό τους και που δεν είχαν καμιά επαφή (παρά μόνο περιστασιακή) με τους καθολικούς. β. εκείνοι που κατοικούσαν σε καθολικά χωριά και που δεν έρχονταν σε επαφή με τους άλλους ορθοδόξους παρά μόνο μια φορά το χρόνο, κοινωνώντας το Πάσχα, ενώ όλο το υπόλοιπο έτος εκκλησιάζονται στις καθολικές εκκλησίες. γ. εκείνοι του ελληνικού τυπικού που κατοικούσαν σε μικτά χωριά και που πηγαίνουν σ’ όποια εκκλησία θέλουν, ανάλογα με την περίσταση. δ. και οι ορθόδοξοι εκείνοι που κάθε τόσο σύχναζαν στις καθολικές εκκλησίες και λάβαιναν μέρος στις σχετικές ιερές Ακολουθίες. Αυτοί οι τελευταίοι δεν άλλαζαν «τυπικό» (δόγμα, θα το λέγαμε σήμερα, αλλά δε θα ακριβολογούσαμε...) είτε γιατί φοβούνταν, είτε γιατί το θεωρούσαν ντροπή. Δεν παραλείπει ο ίδιος καρδινάλιος να σημειώσει πως, γενικά, βασιλεύει ειρήνη ανάμεσα στους πιστούς των δυο δογμάτων και πως όταν ο καθολικός επίσκοπος περνά με λιτανεία έξω από κάποια ορθόδοξη εκκλησία, ο ορθόδοξος ιερέας βγαίνει έξω φορώντας τα άμφιά του και αναπέμπει δέηση για τον επίσκοπο, τον οποίο ονομάζει με όνομα και επίθετο [125] .

 Στην αλληλογραφία που δημοσιεύουμε στη συνέχεια, μαρτυρούνται μερικές αλλαγές δόγματος. Αν εξάγουμε συμπεράσματα από μόνη την επιστολή των καθολικών της Καρδιανής προς τον επίσκοπο Tobia, γραμμένη στις 10 Απριλίου 1798 [126] , οι αλλαγές δόγματος ήταν ένα περισσότερο συνηθισμένο φαινόμενο απ’ ότι μας αφήνουν να καταλάβουμε τα υπόλοιπα έγγραφα της αλληλογραφίας: «Αμι ας ινε εις ιδισινσας, οτι παρομιο πραμα ποτε δεν εγινεν εις τους περασμένους κερούς (δηλ.ο αφορισμός) ουτε δια τους ρομεους οπου εγιναν καθολικους, και δεσποταδες ποτε δεν ελαλισασι, ουτι δια τους καθολικους οπου εγινεν ρομεος εμιλισεν ποτέ ο Καθολικός Επισκοπος, αμι ητανε παντα ελεφτερια μεγαλι εις ετουτα τα πραματα κατά τον νομον του βασιλεα μας. Εμις ενθιμουμαστεν καθολικους οπου εγιναν ρομεγι ενα πλιθος μεγαλο...». Μήπως, όμως, αυτό ήταν ένα φαινόμενο τυπικά «καρδιανιώτικο» και οφειλόταν αυτή η ιδιαιτερότητα στη μεγάλη απόσταση που χώριζε το χωριό αυτό από τα υπόλοιπα χωριά; Δε γνωρίζω. Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ παρά να καταγράψω απλώς το γεγονός αυτό, ελπίζοντας σε μελλοντική διευκρίνιση.

Όπως ήδη προανέφερα, πολλές αλλαγές δόγματος οφείλονταν και στους μικτούς γάμους. Από τις αλλαγές δόγματος που γνωρίζουμε από τα δημοσιευόμενα έγγραφα της αλληλογραφίας των επισκόπων των δυο δογμάτων, ο Γιάννης Ριμόντος απ’ το Σμαρδάκιτο άλλαξε δόγμα για να παντρευτεί ορθόδοξα [127] . ο ψυχογιός του Σπόρου απ’ την Καρδιανή που έγινε καθολικός [128] . ο Μόδενας απ’ το Κτικάδο και η κόρη του Χατζηγιάννη απ’ τον Τριπόταμο που ήθελαν να αλλάξουν δόγμα για να παντρευτούν [129] . ο Γιάννης Βιδάλης απ’ την Καρδιανή που έγινε καθολικός [130] . Απ’ αυτή την τελευταία επιστολή γνωρίζουμε και την περίπτωση 37 καθολικών που έγιναν ορθόδοξοι, μόνο στο χωριό της Καρδιανής. Για μερικούς απ’ αυτούς μπορούμε να συμπεράνουμε πως η αλλαγή του δόγματός των έγινε αναγκαστικά, για να μπορέσουν να παντρευτούν κάποιο ορθόδοξο [131] .

 Η αλλαγή δόγματος, όπως ήταν φυσικό, υπήρξε αιτία διαπληκτισμών και διαφωνιών μεταξύ των οπαδών των δυο δογμάτων και λόγος ανταλλαγής επιστολών ανάμεσα στους δυο ιεράρχες. Αν πράγματι οι δυο ιεράρχες το επιθυμούσαν πραγματικά, θα μπορούσαν να είχαν σταθεροποιήσει μια διαρκή ειρήνη μεταξύ των δυο δογμάτων παραμένοντας πιστοί στις συμφωνίες του 1749, αν είχαν ενσυνείδητα αποφασίσει να σεβαστούν τη θρησκευτική ελευθερία των πιστών τους. Πράγματι, εκείνη η συμφωνία προέβλεπε και κατοχύρωνε τη θρησκευτική ελευθερία των πιστών των δυο κοινοτήτων, αφού τακτοποιούσε μια σειρά από προβλήματα και δεν είχε αντίκτυπο στο εθιμικό δίκαιο του νησιού (όπως στα κληρονομικά θέματα) [132] .

 

Β.  Όλα αυτά τα προβλήματα ανάγκασαν τους δυο ιεράρχες του νησιού, τον ορθόδοξο αρχιεπίσκοπο Μελέτιο και τον καθολικό επίσκοπο Luigi Guarchi, να έρθουν σε επαφή για να τα τακτοποιήσουν. Θα ήταν λογικό να υποθέσουμε πως η πρωτοβουλία των επαφών ανήκε στον καθολικό επίσκοπο, όχι μονάχα επειδή γνωρίζουμε την πραότητά του και την φιλειρηνική του διάθεση, αλλά και γιατί η δική του κοινότητα βρισκόταν σε μειονεκτική θέση. Πάντως, μεγάλο ρόλο έπαιξε η εκατέρωθεν καλή θέληση, ιδιαίτερα των ιεραρχών, στη σύνταξη των όρων των συμφωνιών για το συγκεκριμένο θέμα.

 Η «Ανθομωλόγησις» του 1749 δεν θα μας ήταν γνωστή αν δεν είχαν επαναληφθεί οι συνεννοήσεις στα 1785, από τον αρχιεπίσκοπο Νείλο και το Βικάριο Ιωάννη Fonton. Πράγματι, στα 1785 χρησιμοποίησαν για κοινό κείμενο συνεννόησης τα συμφωνημένα του 1749 και φρόντισε να στείλει αντίγραφα των συμφωνιών, ο Fonton, στη Ρώμη όπου και σώζονται στο Αρχείο της ΙΣΔΠ. Όταν οι υπεύθυνοι της ΙΣΔΠ έλαβαν τις ειδήσεις από τον Fonton, ανάθεσαν σε κάποιο υπάλληλο του Αρχείου να ερευνήσει για να βρει όσες πληροφορίες ήταν δυνατόν, σχετικές με τις συμφωνίες του 1749. Και ο υπάλληλος του Αρχείου σημείωσε επί λέξει τα παρακάτω [133] : «Σχετικά με τη συμφωνία ειρήνης που έγινε στην Πόλη το 1749, μπροστά στον πρέσβη της Γαλλίας, απ’ τους καθολικούς αντιπροσώπους του νησιού της Τήνου με τους ορθοδόξους, δεν υπάρχει τίποτα στα βιβλία του Αρχείου μας, παρά μόνο αυτή η γενική σημείωση σε μια επιστολή του σεβ. Biagio Paoli, που ήταν τότε πατριαρχικός Αντιβικάριος, με ημερομηνία 18 Σεπτεμβρίου και με τις ακόλουθες ακριβείς λέξεις: «Σχετικά με τις συμφωνίες ειρήνης που κανονίστηκαν μπροστά στον κ. πρέσβη της Γαλλίας, με απόλυτη ομοψυχία τόσο των δικών μας όσο και των ορθοδόξων. Και αν δεν έφτασε από την Τήνο καμιά σίγουρη είδηση, μολαταύτα, απ’ ότι ακούμε, το παραπάνω αποτέλεσμα ελπίζουμε να είναι καλό. . .».

 Από τις πληροφορίες που μας δίνει ο παραπάνω υπάλληλος, όπως επίσης και όσα μπορούμε να διακρίνουμε «ανάμεσα στις γραμμές» των συμφωνιών, μπορούμε να συμπεράνουμε τα εξής: οι διάφορες συνεννοήσεις άρχισαν στην Τήνο και έλαβαν ενεργό μέρος και οι δυο ιεράρχες. Για να δοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στις συμφωνίες, ο καθολικός επίσκοπος ζήτησε να υπογραφτούν από δυο αντιπροσωπείες των δυο ιεραρχών μπροστά στο Γάλλο πρέσβη στην Πόλη και έτσι θα εξασφαλιζόταν μια μεγαλύτερη εγγύηση στην εφαρμογή τους. Αποφασίστηκε ακόμα και η ποινική ρήτρα των 1000 γροσίων που θα την κατέβαλε στον «Αφέντη του τόπου» όποιος παραβίαζε τη συμφωνία. Θεωρούμε πως πρέπει να ήταν η καθολική πλευρά εκείνη που ζήτησε την υπογραφή των συμφωνιών μπροστά στον Γάλλο πρέσβη, γιατί ήταν θεωρούσε τον εαυτό της σε μειονεκτική θέση, όπως αποδεικνύεται και από τους όρους της συμφωνίας. Αποδεικνύεται ακόμα και από μια επιστολή του επισκόπου Guarchi προς τον Γάλλο πρέσβη, που μας σώθηκε σε αντίγραφο, γραμμένη στις 28 Μαρτίου 1749 [134] . Σ’ αυτή την επιστολή ο επίσκοπος ικετεύει τον πρέσβη να ενεργήσει για την απομάκρυνση από την Τήνο κάποιου ορθόδοξου μοναχού, που ήταν γνωστός με το όνομα «Δάσκαλος» [135] , και ο οποίος έβριζε δημόσια την Καθολική Εκκλησία, τα Μυστήριά της, τον πάπα και τα άλλα δόγματα της πίστης τους, φέρνοντας έτσι μεγάλη θρησκευτική και κοινωνική αναστάτωση. Στο τέλος σημειώνει ο επίσκοπος πως όλες του οι παρακλήσεις θα εκφραστούν με ζωντανή φωνή και με λεπτομέρειες από την αντιπροσωπεία του, πράγμα που μαρτυρεί πως αυτή η επιστολή ήταν, κατά κάποιο τρόπο, η συστατική επιστολή της καθολικής αντιπροσωπείας που την απάρτιζαν ο ανιψιός του επισκόπου Guarchi και πρώην επίσκοπος Σύρου Δαρείος De Longhi [136] , ο Ιησουίτης Πέτρος Betti και ο ιερέας Αντώνιος Γκίζης, μέλος του Επισκοπικού Συμβουλίου του Guarchi. Απ’ την ορθόδοξη πλευρά, φαίνεται, πως στάλθηκε μόνο ένας εκπρόσωπος για να αντιπροσωπεύσει τον αρχιεπίσκοπο Μελέτιο, ο Οικονόμος και Πρωτοπαπάς του νησιού, που δεν υπογράφει με το όνομά του, αλλά μόνο με τον τίτλο του. Και αυτό, πιστεύω, πως είναι άλλος ένας λόγος που επιβεβαιώνει την παραπάνω υπόθεση, την σχετική με την αίτηση της καθολικής πλευράς για την υπογραφή των συμφωνιών ενώπιον του πρέσβη της Γαλλίας στην Πόλη.

 Η συμφωνία που υπογράφτηκε στην Πόλη, είχε 5 όρους [137] :

1. Να απομακρυνθεί από την Τήνο ο μοναχός «Δάσκαλος».

2. Να μην κηρύττουν οι ορθόδοξοι ιερείς εναντίον της Καθολικής Εκκλησίας.

3. Οι ορθόδοξοι να μην παίρνουν τις εκκλησίες των καθολικών.

4. Να μην αναμειγνύεται ο ορθόδοξος επίσκοπος στους γάμους και στα επιτίμια που βάζει ο καθολικός επίσκοπος στο ποίμνιό του.

5. Να ζητήσει δημόσια συγγνώμη ο παπά-Γιώργης Καρδαμίτσης, για τις ύβρεις που ξεστόμισε εναντίον των δογμάτων της Καθολικής Εκκλησίας.

Η ποινική ρήτρα, όπως είπα πιο πάνω, για όποιον παραβίαζε τη συμφωνία, ήταν 1000 γρόσια υπέρ του «Αφέντη του τόπου». Στο τέλος της συμφωνίας έμεινε ένα κενό κομμάτι, στην αρχή των υπογραφών των δυο αντιπροσωπειών, όπου σημειώθηκε στα ιταλικά: «Θέση της υπογραφής του ορθοδόξου επισκόπου ονομαζόμενου Μελετίου, που δέχεται και βεβαιώνει».

 Το σημάδι αυτό μας βεβαιώνει πως αφού υπογράφτηκε το έγγραφο ενώπιον του Γάλλου πρέσβη, οι δυο αντιπροσωπείες επέστρεψαν στην Τήνο (η σημείωση του υπάλληλου του αρχείου της ΙΣΔΠ μας πληροφορεί πως ο επίσκοπος Δαρείος De Longhis, εμποδίστηκε να επιστρέψει μαζί με την αντιπροσωπεία, άγνωστο για ποιο λόγο), όπου και υπογράφτηκε η «Ανθομωλόγησις» από τους δυο επισκόπους. Πράγματι η «Ανθομωλόγησις» διαφέρει σε πολλά σημεία από τη συμφωνία που υπέγραψαν οι αντιπροσωπείες στην Πόλη [138] :

α. Ο χαρακτήρας της είναι περισσότερο γενικός και δεν αναφέρεται στις συγκεκριμένες περιπτώσεις του «Δασκάλου» και του παπά Γιώργη Καρδαμίτση.

β. Αφορά τη στάση και των δυο πλευρών, ενώ η συμφωνία της Πόλης αφορούσε μόνο τη στάση των ορθοδόξων.

γ. Έχει τρεις όρους παραπάνω (λεγάτα, διατροφή παιδιών, κληρονομικά) που δεν αναφέρονται στη συμφωνία της Πόλης.

 

Οι όροι της «Ανθομωλόγησης» των δυο ιεραρχών είναι οι παρακάτω:

1. Αναλαμβάνεται η υποχρέωση να μη γίνονται κηρύγματα από τους λειτουργούς και των δυο δογμάτων, εναντίον στο άλλο δόγμα.

2. Να τηρηθεί το status quo των εκκλησιών «με τα αποστατικά τους», δηλ. την περιουσία τους και για τούτο να συνταχθεί κατάλογος των εκκλησιών και των δυο δογμάτων «από τους δίο βοσκούς με την ομιαντους ειπογραφήν και βούλαν» για να μην υπάρξουν στο μέλλον φιλονικίες για την ιδιοκτησία τους.

3. Υπόσχεται ο ορθόδοξος επίσκοπος να μη δέχεται σε ορθόδοξο γάμο Λατίνους και να μην επιτρέπει την αλλαγή δόγματος σ’ όσους Λατίνους βαρύνονται με επιτίμια και άλλες εκκλησιαστικές τιμωρίες.

4. Όποιος αλλάζει δόγμα και έχει πατρογονική εκκλησία, να χάνει την διαχείρισή της [139] . Το ίδιο ισχύει και για τους κατόχους λεγάτων και άλλων εκκλησιαστικών υποχρεώσεων.

5. Όποιος παντρεμένος άνδρας αλλάξει δόγμα, να υποχρεώνεται να καταθέσει στη δημόσια Καντσελλαρία της Κοινότητας «παρακαταθήκη» (δηλ. κάποιο χρηματικό ποσό) με την οποία θα διατραφούν τα παιδιά του μέχρι την ενηλικίωσή τους.

6. Αν δεν είναι παντρεμένος, είτε άνδρας είτε γυναίκα, να μην έχει δικαίωμα μα ζητήσει από τη δικαιοσύνη να του αποδώσει όσα θα είχε δικαίωμα να ζητήσει από την πατρική περιουσία και ν’ αρκείται σε όσα οι γονείς του θα του χορηγήσουν στο προικοχάρτι.

7. Τα παραπάνω να έχουν ισχύ και για τους υπογράφοντες αρχιερείς αλλά και για τους διαδόχους των και όποιος παραβεί κάποιον από τους προαναφερόμενους όρους να υποχρεώνεται στην πληρωμή της ποινικής ρήτρας που προέβλεπε η πρώτη συμφωνία της Πόλης.

 Απ’ τους παραπάνω όρους οι όροι 4, 5 και 6 έχουν ανάγκη από μερικές διευκρινίσεις:

α. Σχετικά με τον όρο 4, πρέπει να σημειωθεί πως τα λεγάτα και οι άλλες πατρογονικές υποχρεώσεις και οι εκκλησίες, σύμφωνα με το Κανονικό Δίκαιο της Καθολικής Εκκλησίας, δεν ανήκαν ως ιδιοκτησία σ’ όποιον τα είχε, αλλά η καθεαυτού ιδιοκτησία ανήκε στην Εκκλησία (ενορία ή επισκοπή, ως νομικό πρόσωπο) και ο εκάστοτε «κτήτορας» δεν ήταν παρά απλός διαχειριστής.

β. Σχετικά με τον όρο 5 πρέπει να σημειωθεί πως μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε, αφού ποτέ δεν κωδικοποιήθηκε το εθιμικό δίκαιο της Τήνου [140] . Συμπεραίνοντας όμως και από το εθιμικό δίκαιο που εφαρμόστηκε στη διπλανή Σύρο, μπορούμε να υποθέσουμε πως ο πατέρας που άλλαζε δόγμα έχανε την πατρική εξουσία πάνω στα παιδιά του (που θα είχαν βαφτιστεί στο αρχικό του δόγμα) και κατάθετε την περιουσία που τους ανήκε στη δημόσια Καντσελλαρία της Κοινότητας για να διοριστεί κάποια επιτροπή που θα την διαχειριζόταν μέχρι την ενηλικίωση των παιδιών. Η κατάθεση αυτή μήπως απέκλειε τη μητρική εξουσία ή μήπως και εκείνη λάβαινε μέρος στην επιτροπεία; Δυστυχώς δεν μπορούμε να ξέρουμε. Ελπίζουμε πως η έρευνα του ΑΚΤ θα φωτίσει στο μέλλον και αυτή τη σκοτεινή πτυχή [141] .

γ. Σχετικά με τον όρο 6 πρέπει να σημειωθεί πως δεν είναι λίγες οι διαθήκες που συναντήσαμε στο ΑΚΤ και που έχουν για ρήτρα την παραμονή του κληρονόμου στην Καθολική Εκκλησία. Τις περισσότερες φορές χορηγείται με προικοσύμφωνο, ένα minimum περιουσίας που θα πρέπει, να ήταν και το νόμιμο και αν ο κληρονόμος παρέμενε στο δόγμα του θα απολάμβανε ένα μεγαλύτερο μέρος της πατρικής περιουσίας [142] . Το ίδιο συναντάται και σε αρκετά προικοσύμφωνα της ίδιας περιόδου.

Δυστυχώς δεν έχουμε κανένα στοιχείο που να μας κάνει γνωστό για πόσο καιρό παρέμεινε σε ισχύ η εν λόγω συμφωνία. Πιστεύω πως δεν κράτησε για πολύ καιρό, αφού σε μικρό χρονικό διάστημα από τότε εκδόθηκαν οι διαταγές των δυο εκκλησιαστικών κέντρων που προαναφέραμε (συγκεκριμένα στα 1753 και στα 1756) και οι οποίες ανέτρεψαν το ισχύον καθεστώς και όποιες τοπικές συμφωνίες. Πρέπει ακόμα να υπολογίσουμε πως υπήρχαν και άλλοι παράγοντες (παρεκκλησιαστικοί, αλλά και πολιτικοί) που είχαν κάθε συμφέρον ώστε τα δυο δόγματα να βρίσκονται σε ρήξη. Ο επίσκοπος Guarchi στην επιστολή του της 28 Μαρτίου 1749 την οποία προανέφερα, ονομάζει μερικούς απ’ αυτούς που ανήκαν στο ορθόδοξο δόγμα: ο Γιαννούλης Μενάρδος ο λεγόμενος Ρανέρης, ο Αλβίζος Καλάβριας ο επονομαζόμενος και Λογοθέτης, καθώς και ο Νικόλας ο αδελφός του, λέγοντας πως «έκαναν πλάτες» (είναι η ακριβής έκφραση που χρησιμοποιεί) στο γνωστό ανώνυμο «Δάσκαλο» [143] . Χωρίς αμφιβολία θα υπήρχαν και απ’ την καθολική πλευρά άτομα που θα είχαν συμφέρον να μην είναι θετικές οι σχέσεις των δυο θρησκευτικών κοινοτήτων, αλλά δεν έχουμε καμιά ονομαστική ένδειξη. Πάντως, το ότι δεν έχουμε κανένα άλλο έγγραφο στο οποίο να μνημονεύονται οι συμφωνίες του 1749, είναι, κατά τη γνώμη μου, ένδειξη της μικρής χρονικής των διάρκειας.

 

Κεφάλαιο 4: Οι διαβουλεύσεις του 1785 και το ναυάγιό τους.

 Οι σχέσεις καθολικών και ορθοδόξων στην Τήνο κατά την περίοδο 1749-1785 (δηλ. την περίοδο που χώριζε τις δυο συμφωνίες μεταξύ τους) δεν καλυτέρεψαν, όπως το μαρτυρούν οι αποστολείς των επιστολών που δημοσιεύω στο τέλος.

 Στο μεταξύ ο επίσκοπος Βικέντιος De Via (που κατηγορήθηκε από ιερείς του και από λαϊκούς στη Ρώμη για κακή διοίκηση της επαρχίας του, αλλά και για τις καλές του σχέσεις με τους ορθοδόξους) βρισκόταν απομονωμένος στο μοναστήρι του Αγ. Φραγκίσκου μέχρις ότου ο Βικάριος Ιωάννης Βαπτιστής Fonton, που είχε διοριστεί για το σκοπό αυτό από τη Ρώμη, έδινε την απαιτούμενη λύση στα εσωτερικά προβλήματα που είχαν διαιρέσει τον καθολικό κλήρο και τον λαό [144] .

Ο Ιωάννης Fonton πραγματοποίησε μια ποιμαντορική επίσκεψη στα 1784 σε όλες τις ενορίες του νησιού για να διαπιστώσει «ιδίοις όμμασι» την κατάστασή τους και να δώσει λεπτομερή έκθεση στη Ρώμη [145] . Η έκθεσή του αυτή στάθηκε αντικείμενο συζήτησης από το Συμβούλιο των καρδιναλίων της ΙΣΔΠ στις 28 Φεβρουαρίου 1785 [146] . Σ’ αυτή την έκθεσή ο Fonton ανέφερε πως όταν πήγε στο χωριό Καρδιανή του ανάφεραν πως στο διπλανό χωριό των Ιστερνίων, μέχρι πριν λίγα χρόνια, υπήρχε ένα καθολικό βήμα μέσα στην ενοριακή ορθόδοξη εκκλησία της Παναγίας της Βλεπούσας, όπου εκκλησιάζονταν οι λιγοστοί καθολικοί ενορίτες του χωριού. Αλλά οι ορθόδοξοι του χωριού είχαν βγάλει την εικόνα, είχαν καταλάβει και εκείνο το βήμα και είχαν σφετεριστεί τη μικρή περιουσία της ενορίας και πως από μερικά χρόνια δεν πήγαινε πια καθολικός ιερέας για να ιερουργήσει [147] .

 Αυτό το τελευταίο περιστατικό έδωσε την αφορμή στον Fonton να έρθει σε επαφή με τον τότε αρχιεπίσκοπο του νησιού Νείλο [148] , που είχε δείξει καλές διαθέσεις για μια ειρηνική συμβίωση των δυο δογμάτων. Σκέφτηκε να προτείνει μια νέα συμφωνία μαζί του, με βάση εκείνη του 1749, που θα εξασφάλιζε στους καθολικούς την κυριότητα των εκκλησιών που κατείχαν. Βρήκε, πράγματι, στο Αρχείο της επισκοπής τα κείμενα των συμφωνιών του 1749 και αφού τα μελέτησε έκαμε την πρόταση στον Αρχιεπίσκοπο Νείλο για την ανανέωση των συμφωνιών. Για τις συναντήσεις των δυο ανδρών δεν έχουμε καμιά άλλη πληροφορία παρά εκείνη που μας δίνει ο ίδιος ο Fonton σε επιστολή του προς το Νείλο, σχεδόν ένα χρόνο μετά, στις 13 Φεβρουαρίου 1786: «ηξεύροντας πολλά καλά η Πανιερότης σας, ότι καθώς εξαδιαλυστηκαμε ομού της κατά αρχάς, οπού ελάβαμε την τιμήν να σας συνομιλήσωμε, όλη μας η επιθυμία εστάθη και είναι να περάσωμε εις την Επαρχίαν μας ειρηνικώς και αδελφικώς με την πανιερότη σας και με όλα τα πρόβατα τα εδικά σας» [149] .

 Η παραπάνω φράση δείχνει από μόνη της, το πνεύμα που επικράτησε στις επαφές των δυο ποιμένων. Δυστυχώς όμως, όπως θα γράψει στην 1 Αυγούστου 1785 ο Fonton στην ΙΣΔΠ, δεν κατόρθωσε να φτάσει μέχρι την υπογραφή των συμφωνιών, γιατί ενώ ο αρχιεπίσκοπος ήταν πρόθυμος, τον απέτρεψαν οι σύμβουλοί του! Ο Fonton σημειώνει, όμως, πως σκέπτεται να φτάσει μέχρι το Οικουμενικό Πατριαρχείο και στην ανάγκη μέχρι και την Υψηλή Πύλη, για να βρει ικανοποίηση στα αιτήματά του [150] .

 Υπάρχει και μια σημείωση του γραμματέα της ΙΣΔΠ που λέει σχετικά πως γράφτηκε μια επιστολή προς τον Fonton (1 Οκτωβρίου 1785), με την οποία του χορηγούσαν την άδεια να συνεχίσει τις επαφές του με την ορθόδοξη ιεραρχία του νησιού ή και να αποταθεί στην Πόλη, αν χρειαστεί, για να επιστρέψουν και πάλι οι δυο κοινότητες στην ειρηνική τους συμβίωση [151] .

 Ο Ιωάννης Βαπτιστής Fonton δεν μπόρεσε ή καλύτερα δεν πρόλαβε να δώσει λύση και σ’ αυτό το πρόβλημα (όπως είχε δώσει τη λύση σε άλλα) γιατί την επόμενη χρονιά (1786) ονομάστηκε επίσκοπος Σύρου και αναχώρησε από την Τήνο. Ο επίσκοπος Βικέντιος De Via ανέλαβε και πάλι τα καθήκοντά του, ως αδιαφιλονίκητος επίσκοπος της καθολικής κοινότητας του νησιού και εγκαταστάθηκε και πάλι στην επισκοπική διαμονή της Ξινάρας και, απ’ ό,τι γνωρίζουμε, δε δόθηκε καμιά συνέχεια στο θέμα των συμφωνιών.

 

 

ΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ

 

Α΄

Πιστοποιητικό για τις αρετές και τα αρχιερατικά προτερήματα του πρώην επισκόπου Σύρου και ανιψιού του επισκόπου Τήνου Δαρείου De Longhis. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά από το ΑΚΤ, φάκ. 27, εσ. 4, φ.1.

 

Αυτόγραφο       (Τήνος), 20 Απριλίου 1738

  

Τ.Σ.    1738 Απρήλ(ι)ου 20, στο παλεόν

 

Εμίς ηπογιεγραμενι Αροτιμενι δια τιν Αλιθια βεβεονομεν 2οτι ο Εκλαμπροτατος μονσινιορες Επίσκοπος τις νίσου σίρας σε 3διο φορες οπού ετιχαιν στό νισιμας εφανεροθιν στολιζμένος 4από ολλες τες αρετές καί εβλαβηες αξιες αλλιθινου πι-5μένου ό εροχοστου εσό ήτανε καφχισι καί τιμί, και 6γεματος από καθε χαρες ταπινες, καί Αρχιερατικαις και 7με τές διδασκαλιεστου εσερνεν καθε ενα στιν εβλαβιαντου 8οτι βλέποντας όλλιμας τές ξεχοριστες χαρες καί αρετες όπού 9τόν εστολιζαν τον επεθιμισαμεν πολοτατες φορες, δια 10πιμενα καί επίσκοπον τόν φρανγον τού νισιουμας δια 11να έχομε τό ριζικο νά καιρδέσομεν ένα ανθροπο ετζι 12ξεχοριστον δια τιν σοφιαντου μαλιστα δια τιν γλόσαν οπού 13ήξεβρι τιν γρικήν, χριαζομενι εις ολλιν τιν Ασπριν θά-14λασαν, καί δια βεβεον ήπογραφομεν ηιδοχιροζμας 15ομιος βανομεν, καί τιν βούλα τις Κινοτις.-

 

16 Τίνου Κίριλλος    όλα τα ρομέικα χορία

17 Ικονομος Τίνου   παπαδες κ΄ προεστί τις οξομεριας

18 σακελ (άρι)ος Τινου   παπαδες καί Γιέροντες τού Αρναδου

19 Προτοπ(απα)ς Τινου   κ΄ διό χοριον, κ΄τριανταρου

20 Προτοπ (απα)ς Τινου καί επιλιπι γιερις  Γαιροντες κ΄ παπαδες τίς Μέσις

21 Περακις καμπάνις προεστος    γεροντες κ΄παπαδες του φαλαταδου

22 Διμιτρις τζιριγότος επιτροπος    Γιεροντες καί παπαδες τού χοριου

23 Γιανουλις μεναρδος προεστος    μουνταδου,

24 νικολαος ροιδις προεστός   γιανακης περπινιας διά ονομα

25 Αλβίζος Καλαβριας προεστος    τού χοριού Καριας

26 Γιόργης Απεργης προεστος   Παπαδες καί Γιεροντες τού

27χοριου Τριποταμου

28 Γιάνιος Γιοργαντοπουλος Καντζη (λιέρης) των ρομέον, διά όνομα τις Κινότις

 

 

Β΄

Ανυπόγραφη και αχρονολόγητη επιστολή καθολικού επισκόπου Τήνου προς τον ορθόδοξο συνάδελφό του για την περίπτωση του Γιάννη Ριμόντο απ’ το Σμαρδάκιτο που έγινε ορθόδοξος για να μπορέσει να παντρευτεί μια ορθόδοξη. Αυτόγραφο στα φραγκοχιώτικα (Τήνος, 1742-1743). Δημοσιεύεται για πρώτη φορά απ’ το ΑΚΤ, φάκ. 27, εσ. 4, φ.3. Σχετικά με την ταυτότητα του αποστολέα και του παραλήπτη και τη χρονολόγηση του εγγράφου, έχουμε να παρατηρήσουμε τα εξής: α. η καλλιγραφία, είναι πέρα από κάθε αμφιβολία του επισκόπου Αλ. Guarchi. β. ο ορθόδοξος αρχιεπίσκοπος που ήταν και παραλήπτης, πρέπει να είναι ή ο Ιωακείμ (1742-1743) ή ο Μελέτιος (1743-1773), αφού απ’ το τέλος της επιστολής μπορούμε να συμπεράνουμε πως ο Guarchi ήταν παλαιότερος απ’ τον ορθόδοξο συνάδελφό του στην Τήνο. γ. η χρονολογία συγγραφής του δεν πρέπει να τοποθετηθεί πριν το 1742 και ούτε μετά το 1744 (βλ. παραπάνω στο κεφ.2 τον ακριβή κατάλογο των ορθοδόξων αρχιεπισκόπων της Τήνου).

 

Αυτόγραφο στα φραγκοχιώτικα   (Τήνος, 1742-1743)

 

Panierotate, che endesimotate Afendi, afendi 2Despota-

3Apothimontas na chirievsi anametaximas mia 4irini adelfichi, che sinariloghia theotiki eis 5tin odighia etutu tu lau tu niziumas tis 6Tinos, Frangon che Romeon, erdcome me to 7paron na doso idhisin tis panierotitasas pos 8mu efanichen paraxeno na dhosete to thelima 9tu Janni Rimondo are ton Smardacito na euloghi- 10thi Romeicha, che is tin idian horan na ghi-11ni Romeos, estontaz Frangos choris na elthi 12eis emena, san uoscostu catholicos faneron-13tas tin etian dia tin opian eulogate ro-me-14ica che ghinete che romeos - pragma 15to opio dhen prepi toson eucola na perasi 16choris exetaxin; ontas ergo paranomo 17che aformi ochi micris sichisis epidi che 18prepo ine eis etutes tes hipotheses na gri- 19chisti ke anametaxiton i dio Despotides 20an ghireuite I sotiria tu lau, che che i hipo-21taghi eis emas, che i uasilia dhen to grica22 (φ.3v) cata ta Beratia opu mas dhonun. othen 23parakalo tin panierotitasas me tin opian 24os etutin tin horan dhen ilaua tin charin 25n’ andamotho che na ti charo dhia 26to calosas evchome eis tin iparchiasas 27na dhosete ordinian na metaferthi 28i euloghitis, dhia na erthune olla ta 29panta eis tis stratan tis dicheosinis 30che mias stereis chiuernisis tu lau 31 mas. apantecho tin apiloghian me to 32idio meros opu ferni to paron apome- 33nontas dhia panta-

 

Σημειώσεις

Στιχ. 16-22: Φαίνεται πως και επί τουρκοκρατίας ήταν παράνομη η αλλαγή δόγματος, επειδή γινόταν αιτία «όχι μικρής σύγχισης». Αυτό, από τα λεγόμενα του Guarchi, ήταν γραμμένο και στα Μπεράτια, δηλ. στα σουλτανικά έγγραφα με τα οποία αναγνωρίζονταν ο κάθε επίσκοπος σαν επίσκοπος τούρκων υπηκόων. Πάντως στο Μπεράτι του επισκόπου Cigala δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο, εκτός και αν εννοείται από τις νομικές εκφράσεις του κειμένου. βλ. το ιταλικό κείμενο στον Hofmann, Tinos, σελ. 84-85.

  

 

Γ΄

Επιστολή του ορθοδόξου αρχιεπισκόπου Μελετίου προς ένα Λατίνο επίσκοπο της Τήνου μ’ ευχές για το Πάσχα και για να δώσει διαταγή στην καθολική μητέρα της θυγατέρας του Σουβλατά να πληρώσει κάποιο μνημόσυνο που έγινε από ορθόδοξο ιερέα. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά απ’ το ΑΚΤ, φακ. 27, εσ. 4, φφ.5-6.

 

Αυτόγραφο     (Τήνος), 5 Απριλίου (;)

 

 + εκλαμπρότατε μωνσιόρ, την εκλαμπρότη-2τάσας ασπάζομαι, ο άγιος θεός να σας αξιώ-3ση να εορτάζεται την αγίαν λαμπράν με 4υγείαν, κ’ χαράν, εφέτος κ’ εις πολλούς χρόνους. 5σας δίδομεν είδησιν, ότι έχομεν συνήθειαν 6ημείς οι ρωμαίοι, να λειτουργούμεν τους αποθα-7μένους, ελητουργήσαμεν κατά την συνήθει-8αν του σουβλατά  την θυγατέραν ως ρομαία 9κ’ ρωμαίου θυγατέρα, η οποία έχει το μερί-10διον του πατρός της. η μητέρα της φράγγισα 11δεν θέλη να μας πληρώση από την κληρονο-12μίαν της. όθεν την παρακαλώ να 13την προστάξιν να μας πληρώση την λειτουρ-14γίαν μας. ούτω κ’ μένομεν πάντας εις  15τους ορισμούς της

    16απριλλίου 5

 17 + ο Τίνου Μελέτιος

 

φ. 6v (η διεύθυνση του παραλήπτη):

  τω εκλαμπροτάτω μων σιωρ

    ασπασίως.

 

Σημειώσεις

Παρόλο που η επιστολή του Μελετίου δεν μας παρέχει λεπτομέρειες, μπορούμε να υποθέσουμε πως ο Σουβλατάς ήταν ορθόδοξος και είχε βαφτίσει ορθόδοξη και την κόρη του. Με τον θάνατο του Σουβλατά η κόρη του κληρονόμησε τον πατέρα της και με το θάνατο και εκείνης το πατρογονικό της μερίδιο περιήλθε στη ζωντανή μητέρα της, τη χήρα του Σουβλατά, που ήταν καθολική.

Στιχ.16 : Το κείμενο δεν μας δίνει καμιά πληροφορία που να μπορούσε να βοηθήσει στον προσδιορισμό του έτους.

 

Δ΄

Επιστολή του αρχιεπισκόπου Μελετίου προς τον καθολικό συνάδελφό του για να δώσει ο τελευταίος εντολή στον εφημέριο της Καρδιανής να μην απαιτεί να γίνονται στην καθολική εκκλησία και από καθολικό ιερέα εκκλησιαστικές υποχρεώσεις (λεγάτα) που ανήκαν στην ορθόδοξη εκκλησία. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά από το ΑΚΤ, φακ. 27, εσ. 4, φφ.7-8.

 

Αυτόγραφο      (Τήνος), 9 Σεπτεμβρίου (;)

 

+ εκλαμπρότατε μωνσιώρ την εκλαμπρότητάτης 2ασπάζομαι εν αγίω πνεύματι. οι καπελάνοι του χωρί-3ου καρδιανής, εστραπατζάρανε ένα πρόβατον εδικόν 4μας γυρεύωντας να τον πνίξουν, κ’ μόλης των εγλήτωσαν 5άλλοι άνθρωποι οπού έτυχαν. το αίτιον είναι πως ε-6δωσε ταις λειτουργίαις των ρωμαίων παπάδων, να ταις 7άμουν οι ρωμαίοι ωσάν ρωμαία οπού ήτον. η εκ-8λαμπρότησας ιξεύρεται πως η εκκλισίασας ρωμαί-9 ηκαις λειτουργίαις δεν δέχεται. αυτοί τι γυρεύουν.10σας παρακαλώ να τους γράψεται να ειρηνεύσουν κ’ 11 μη γυρεύουν σκάνδαλη. εκεί οπού είμεσθαι αγα-12πημένοι να έχωμαι μαλώματα δεν είναι καλά. 13φθάνουσι τα εδικάτους πρόβατα, κ’ μη γυρεύουν κ’ τα εδικάμας. έτζη να τους γράψετε να ειρηνεύσουν. 15κ’ μένω δια πάντα εις τους ορισμούς σας.

    16σεπτεβρίου 9

 

17+ ο Τίνου Μελέτιος

 

φ. 8v (η διεύθυνση του παραλήπτη):

  τω εκλαμπροτάτω μωνσιώρ εις

  την ξυνάρα ασπασίως.

 

Σημειώσεις

Δε γνωρίζουμε σε ποια υπόθεση, συγκεκριμένα, αναφέρεται ο Μελέτιος και ούτε γνωρίζουμε καμιά άλλη παρόμοια ώστε να την συγκρίνουμε. Επίσης, ούτε στο ΑΚΤ ούτε στο Ενοριακό Αρχείο της Καρδιανής μπορέσαμε να βρούμε κάποιο σχετικό έγγραφο. Μέχρι σήμερα η Καρδιανή έχει καθολικούς και ορθόδοξους κατοίκους. Για την ιστορία του χωριού και της καθολικής ενορίας, αλλά και για τις σχέσεις των πιστών των δυο δογμάτων μεταξύ τους, βλ. π. Μάρκου Φώσκολου, Ιστορία του χωριού και της καθολικής ενορίας Καρδιανής, Αθήνα 1977. Για μια ανάλογη περίπτωση καθολικού που έχει λεγάτο στην ορθόδοξη εκκλησία του ίδιου χωριού, βλ. στη σ. 47.

Στιχ. 16: Το κείμενο δεν μας δίνει καμιά πληροφορία, που να μπορούσε να μας βοηθήσει στον προσδιορισμό του έτους.

 

Ε΄

Η συμφωνία που υπογράφτηκε ανάμεσα στις αντιπροσωπείες των δυο αρχιερέων της Τήνου μπροστά στον γάλλο πρέσβη στην Πόλη και που αποτέλεσε το κείμενο πάνω στο οποίο συντάχθηκε η τελική συμφωνία στην Τήνο, αμέσως μετά. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά απ’ το ΑPF, SC, Arcipelago, τομ. 24, φ.83.

 

Αντίγραφο    Κωνσταντινούπολη, 16 Ιουνίου 1749

 

1749 Γουνίου 16. εις το Παλάτι του Αφέντι Εξοχότατου Ελτζή της Φραντζας . Κόπια.

 

Εμείς αποφασισμενη τής Τίνου ντάριος ντέ λόγγις Επίσκοπος, πατέρας Μπέτης και ο Κανονικός Γγίσης ταπινότατη προσκινιτάδες παρακαλούν το ελεώ σας ότη διά ανάπαυση τών καθολικόν εκινού του Νισιού, καί διά ξεφεβγιό τόσον αλαξιόν ενεργιμένον από τόν παρούσιον Επισκοπον τόν Ρομέων, καί από τόν διδακτήν του να στερεωθή μέ τό μέσος τίς εξοχότισας μία φιλιακή καί παντοτινή σίμβασις μέ τόν είδιον Επίσκοπον εκ μέσον τόν περιστάσεον οπού ακολουθούση.

1ο. Να λάβουν τήν ενεργιάντους οι καμομένες απόφασες, είγουν πός ο Ρομέος Δάσκαλος νά είνε διά πάντα ξορισμένος από τό Νισή καί νά μήν έρθη άλος ετερόςτου.

2ο Ότη ειπόσχαιτε ο ανοθεν Επίσκοπος ούτε ατόςτου, ουτε οι Γερεί στου εις το ερχώμενο νά μήν Διδάκτουν καί νά καταλαλούν ενάντιον τίν πίστιν καί Εκκλισίαν μας.

3ο Ότη οι Εκκλισίες οπού παλεώθεν είτανε εις τω χαίρη τών λατίνων νά μίν καταρπάζωντε από τους γρεκούς.

4ο Οτη ο Επίσκοπος τών Ρωμαίων καί οι Επιτρόπι του να μήν αποκοτήσουν εις τό ερχώμενο νά πράξουν καμίαν εξουσίαν απάνο εις τούς λατίνους προχορόντας καί σινχορώντας τους πεδεμένους από τίν Εκκλισίαν τόν λατίνον.

5ο Οτη ο παπα Γεώργιος Καρδαμίτζις νά ζιτίξι φανερά σιμπάθιο τού επισκόπου τών λατίνον διά τό σκανδαλόπιο καταφρόνιο τών εικόνον καί βλάστημα λόγια εναντήο εις τήν αγία Κινονία, καί τούτο ελεικός εκ μέσος τής Εξοχότισας, καί αν τηνάς παρέβη εις κανένα μέρος τήν παρούσαν σίμβασιν νά πλιρόνη χίλια γρόσα τού Αφέντη τού τόπου καί διά βεβέωσιν ειπογραφώμαστε τόσον ειμίς οι ανοθεν προσκινιτάδες τής Εξοχότισας, οσάν ο προλεγώμενος τών Γρεκόν Ικονόμας καί προτοπαπάς τό παρόν χαρτή.

 

// Luogo della sottoscrizione del Vescovo Greco nominato «Melezio» il quale accetta e conferma.

// Dario De Longhis Vescovo affermo quanto di sopra.

// Ικονόμος βεβαιοι.

// Pietro Betti della Compagnia di Gesu affermo come sopra.

// Antonio Gisi Canonico mi obbligo come sopra.

// Simone Bresciano Sacerdote Cancelliere Vescouile ho copiato dall’ originale de uerdo ad uerbum.

 

Σημειώσεις

Στιχ. 2: αποφασισμένη, δηλ. ορισμένοι από τον καθολικό επίσκοπο.

Στιχ. 4: αλαξιόν, δηλ. αλλαγών δόγματος εις βάρος των καθολικών.

Στιχ. 27: Δυστυχώς δε στάθηκε δυνατόν να εντοπίσω το όνομα του Πρωτοπαπά και Οικονόμου της ορθόδοξης Αρχιεπισκοπής Τήνου που υπόγραψε το παραπάνω έγγραφο.

Στιχ. 28: Ο Ιησουΐτης Πέτρος Betti, τηνιακής καταγωγής, βρισκόταν στην πατρίδα του και εξυπηρετούσε στις ανάγκες της τοπικής Εκκλησίας με το κήρυγμα και τη διδασκαλία σε σχολείο, από την 1 Ιανουαρίου 1730, σε ηλικία 32 χρόνων. Βλ. Hofmann, Tinos, σ. 105. Romano Gaetano, Cenni storici della missione della Compagnia de Gesu in Grecia, Palermo 1912, σ. 95 και εξής. Μάρκος Ν. Ρούσσος-Μηλιδώνης, Έλληνες Ιησουίτες (1560-1773), Αθήνα 1993, σ. 332-335. Αναφορά στο ταξίδι του στην Πόλη στα 1749, στη σ. 334.

Στιχ. 29: Ο ιερέας Αντώνιος Γκίζης, γεννημένος στην Τήνο στα 1698-99, είχε εργαστεί για την επιστροφή της εκκλησιαστικής περιουσίας μετά την τουρκική κατάληψη της Τήνου, σύμφωνα με μαρτυρία του επισκόπου Νικολάου Cigala (ΑΙΣΔΠ, SC, Arcipelago, τομ. 11, φ.127). Στα 1756, σε ηλικία 57 χρονών, τον συναντούμε εφημέριο Κώμης (Hofmann, Tinos, σ. 107).

Στιχ. 30: Ο ιερέας Συμεών Bresciano, επισκοπικός γραμματέας του De Via και του Tobia, καταγόταν από την Τήνο, αλλά χειροτονήθηκε διάκονος και ιερέας (στις 26 Φεβρουαρίου και 28 Μαΐου 1763, αντίστοιχα) από τον Αποστολικό Βικάριο της Πόλης και τιτουλάριο αρχιεπίσκοπο Λάρισας Βλάσιο Pauli. Από το πιστοποιητικό των χειροτονιών του (ΑΚΤ, φακ.14, φ. 17) πληροφορούμαστε πως έμεινε στην Πόλη μέχρι τα μέσα περίπου του 1765 και γύρισε μετά στην πατρίδα του, όπου, απ’ τον επόμενο χρόνο, ανάλαβε τα χρέη του στην Επισκοπική Γραμματεία (απ’ το 1766 κιόλας υπογράφει ως Επισκοπικός Γραμματέας: ΑΚΤ, φακ.14, φφ. 26-28). Απ’ το χρόνο της χειροτονίας του σε ιερέα μπορούμε να συμπεράνουμε πως πρέπει να γεννήθηκε γύρω στα 1739. Δε γνωρίζω αυτή τη στιγμή τη χρονολογία του θανάτου του.

 

 

Στ΄

Πρόκειται για το τελικό κείμενο της συμφωνίας μεταξύ των δυο ιεραρχών των δυο δογμάτων στην Τήνο. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά απ’ το APF, SC, Arcipelago, τομ. 24, φ. 78

 

Αντίγραφο     Ξινάρα, 16 Ιουνίου 1749

Ανθομωλόγησις

Μεταξύ τούς Επισκόπους τόν τής Ρομαίκης καί λατινικής Εκκλησίας πεπισμένη έτη τού Κυρίου 1749 Γουν. 16 νήν πάλιν βεβαιωθήσα έτη 1785 Μαρτίου.

 

Ο Επίσκοπος Τίνου ο Λατήνος μάλιστα επιθυμώντας νά έχη έτλιαν ειρήνην καί ομόνοιαν μέ τόν Πανγιερότατον Δεσπότης τού προβάλει τά ακολουθέντα, τα οποία δέν έχωσι άλλον τέλος παρέξ μόνον τήν στερέωσιν τής εισιχίας τόσαν επιθιμιτικίν ανάμεσον εις τούς λατίνους καί Ρωμαίους.

Τό μέν πρότον ουδένας από τούς Ρομαίους καθός καί από τούς λατίνους νά τολμήση εις τό εξής νά κιρίξη φανερός εις τής Εκκλισιές καί αλούθεν, ει νά φιλονικήση περή πίστεως καί ριτού μέ καταφρόνιον τής ιδίας καθολικής εκκλησίας.

2ο Διά να αποφεύγοντε εις τό ερχόμενον όλες η διχόνιες καί φιλονικίες περή τίς Εκκλισίες όσες λιπόν απ’ αυτές ευρίσκονται εις τήν εξουσίαν τόν λατίνον μέ τά αποστατικά τους νά νομίζωντε εδικάν τους, δίχος νά προσχορήσουν εις κανέναν τρόπον η Ρομαίη εις αυτές. Ομίος καί εκ μέρου τόν λατίνον νά μήν ειμπορέσουν πλέων ούτε νά λιτουργήσουν εις καμίαν από εκίνες οπού εξουσιάζοντε από τόν Πανγιερότατον Δεσπότην καί πρός τούς τούτης θέλη δοθή από τούς δίο βοσκούς πίναξ όλον τόν Εκκλισιών εις αυτούς ειποταλώμενον μέ τήν ομιαντούς ειπογραφήν καί βούλαν.

3ο Ο άνοθεν Δεσπότης ειπόσχαιτε διά τόν εαυτών του καί διά τούς Γερείς του να μήν προσχορέσουν εις τής πανδριές τών λατίνον ούτε νά καταδέχοντε τούς πεδευμένους απ’ αυτής.

4ο Οποιος αποφασίση νά μεταλξη ριτόν αν έχη Εκκλησίαν πατρογονικήν η αλα λεγάτα, καί αλα χρέη εκκλησιαστικά νά μίν δίνετε πλέων νά τά εξουσιαστή.

5ο Καί άν είνε ανδρας πανδρεμένος πρίν περάση εις αλιν Εκκλισίαν νά αφήνει εις τήν Καντσελλαρίαν τήν παρακαταθήκην διά να θρέφοντε τά πεδία του εώς νά ελθουν εις νόμιμιν ειλικίαν.

6ο Αλλά αν εινε ελεύθερος, η άνδρας ή γινέκα νά μίν ειμπορέση νά ζιτίξη από τους γονέους περησότερον απ’ όσον ηθελαν τού διορήσι διά πρίκαν του.

7ο Τά ριθέντα νά εχοσι πάσαν δίναμιν καί εισχήν, οχη μόνον ανάμεσον τών παρόντον ειποσχιτόν αμεί ακόμη πρός τούς διαδόχους αυτόν, καί οποιος παρέβη απ’ αυτά θελη πλιρόση χιλιον γροσίων ζημίαν εις τούς αυθέντας τού τόπου.

Εδοθη από Παλάτιον το Επισκόπιον τής Κουτζουνάρας. Ετει καί μήνει ος ανοθεν.

 

Σημειώσεις

Στιχ. 1-4: Όπως αναφέρθηκε παραπάνω οι αρχιερείς της συμφωνίας του 1749 ήταν ο Αλοΰσιος Guarchi απ’την καθολική πλευρά και ο Μελέτιος απ’ την ορθόδοξη. Στις επαφές του 1785 ήταν αντίστοιχα οι πρωταγωνιστές ο βικάριος Ιωάννης Fonton και ο αρχιεπίσκοπος Νείλος.

Στιχ. 6: Όπως φαίνεται από το κείμενο, οι 7 προτάσεις που ακολουθούν ήταν προτάσεις του καθολικού επισκόπου που, όπως αποδείχνεται από την ιστορία των κειμένων και των εγγράφων, ήταν και οι όροι της συμφωνίας ανάμεσα στους δυο ιεράρχες.

Στιχ.11: Για την ακριβή σημασία του όρου «ριτού» ή «ρυθμού», βλ. Peri Vittorio, Chiesa romana e «rito» greco, Brescia 1975, σ. 191-205.

Στιχ. 32: Η Κουτζουνάρα είναι το σημερινό χωριό της Ξινάρας που συνεχίζει να είναι και η έδρα του καθολικού αρχιεπισκόπου Νάξου-Τήνου.

 

Ζ΄

Επιστολή του βοηθού επισκόπου Τήνου Βικέντιου De Via προς τον Λογοθέτη Καλάβρια, για να μεσιτέψει στον ορθόδοξο αρχιεπίσκοπο για την παρεμπόδιση ορθοδόξων ιερέων να λειτουργούν σε καθολικές εκκλησίες. Δοκίμιο. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά απ’ το ΑΚΤ, φακ. 27, εσωτ. 4, φ.13.

 

Αυτόγραφο     Ξινάρα, 5 Αυγούστου 1758

 

Πολλα Εκκλαμπρε Αφέντι καί αγαπιμένεμας φιλε σιορ λογοθετι

 

2Ακριβος σάς χαιρετο, καί σάς παρακαλο νά παρακινι-3σετεν με τήν φρονιμάδασας τόν αφεντι Δεσποτι να προσταξι 4ολλους τούς παπαδες ειποκατο είς πεδια τής άργιτας για τού 5αφορισμού νά μήν αποκοτισουν είστο ερχομενο νά γιρέψουν 6να λουτουργισουν, γί να σπερνιασουν εισταίς φρανγγικαίς Εκ- 7κλησιαίς, ος καθός μίδες οι φρανγγοπαπαδαις δεν πιγένουν εισταις 8εδικεστους. Επιδικαι μήν αφινοντάστους οι εδικίμας κατά ταίς 9ορδινιες τής ρομαικίς Εκκλισιας προβλεπο με 10πολλήνμου κακί καρδια πός θενα σιγιρουν ανακατεμα-11τα, καί αντίχι καί φονικά οπού ο θεος να μήν το δοσι. Δια ετουτο σας ξαναπαρακαλο 12είστην αρχι να δισκολεψετεν το κα-13κό όπού εμπορί να τρέξι, αποθιμόντας εγο ειστον 14καιρόμου να περνα το αναμεταξίμας μίαν κάλι, καί φιλία 15καί σιναπολογία καί νά μήν πιραξι ο ένας τον άλλο16 στά τού ριτού. Και με ετουτο 17σας μενο διά πάντα

 

18Απο το Επισκοπικομας Παλάτι

 19 5 Αγουστου 1758

20 Αγαπιτος Δουλος

     21 βικεντιος δεβία επισκοπος διαλεμενος

 

Σημειώσεις

Στιχ. 1: Η λέξη «φίλε», έχει προστεθεί μετά.

Στιχ. 2: Οι λέξεις «χαιρετο» και «παρακαλό» ήταν αρχικά «χαιρετουμεν» και «παρακαλουμεν».

Στιχ. 3: Ορθόδοξος αρχιεπίσκοπος (Δεσπότης) ήταν ο Μελέτιος.

Στιχ. 9: Αντί για «ορδινιες» (από την ιταλική λέξη: ordini), είναι οι διατάξεις που απαγορεύουν την «κοινή λατρεία», του 1753.

Στιχ. 11: «οπού ο θεος να μήν το δοσι» έχουν προστεθεί μετά.

Στιχ. 16: Έχουν σβυστεί: «Ταυτα καί ειγιαίς».

Στιχ.19: Έχουν σβυστεί : «Κουτζουναρα στις».

Στιχ. 21: «διαλεμένος», δηλ. εκλεγμένος, εψηφισμένος, αλλά όχι ακόμα χειροτονημένος.

 

 

Η΄

Επιστολή του ορθοδόξου αρχιεπισκόπου Τήνου Μελετίου προς το Βικάριο του επισκόπου Αλ. Guarchi Βικέντιο De Via, σα απάντηση της επιστολής της 5ης Αυγούστου 1758 (έγγραφο Ζ΄). Δημοσιεύεται για πρώτη φορά απ’ το ΑΚΤ, φάκ. 27, εσ. 4, φφ. 14-15.

 

Αυτόγραφο     (Τήνος), 12 Αυγούστου 1758

 

 Ενδοξότατε σιώρ βικάριε ευχομαί σοι. μίαν πόλτζα μού έδειξεν ο σιώρ λογοθέ-2της οπού τού εστείλεται καί γράφεται νά παραγγείλω τών Ιερέων μου να μήν πη-3γαίνουν εις τα χωρία σας νά λειτουργούν. δίκαιον είναι νά μήν πιγαίνουν, μά άν πη-4γαίνουν ζημίαν δέν σάς κάμουν, μάλιστα τιμήν καί ευλάβειαν σάς προσφέρουν5 καί έπρεπε νά το χαίρεσθαι περισσότερον, καί όχι να σάς κακοφαίνεται, καί 6θέλωμεν τούς επαραγγείλη. μά ως φαίνεται αγαπούσι μερικοί νά γίνονται σκάνδαλα, 7καί σάς παρακινούν νά γράφεται. εδώ ήλθον οι ιερείς μου καί μού 8λέγουν πώς αυτού ήχον παλαιά αλτάρια, οπού ελειτούργουν οι ρωμαίοι παπά-9δες, εις τιν λιβάδαν καί εις τήν φανερωμένην. ήχον καί εκεί χωριστόν μέρος οπού 10ελειτούργουν. καί από τόν καιρόν οπού όριζεν ο φρανκοπίσκοπος ταίς Εκκλησίαις 11ρωμαίους έστελνεν, καπελάνους, καί έκαμαν εσπερινόν όρθρον καί λειτουργίαν, 12τώρα κατολίγον τούς αποδιώχνεται, καί δέν τούς αφίνουν οι καπελάνι σας νά κά-13μουν κατά τήν παλαιάν συνήθειαν, καί πηγαίνουν εκεί κοντά εις άλλον 14παρακλήσι καί ψάλλουν τόν εσπερινόν τους. Ένας ρωμαίος ξομερίτης έτυχε εις τα καιλία 15καί επήγε νά λειτουργηθή, καί ο καπελάνος εστάθη καί τόν εδίωξεν έξω τής 16Εκκλησίας. τί τά θέλουν τά σκάνδαλα, οι λολοί νά τά κάμουν, καί ύστερα 17τά ρίπτουν εις τούς φρονίμους καί δέν τά ξεμπερδεύουν. τετοιον σκάνδαλον γυ-18ρεύεται νά έλθη απάνω εις τόν τόπον μας, νά έχωμεν τήν κατηγορίαν 19τών ανθρώπων, καί τήν αμαρτίαν από τόν θεόν. λοιπόν άν αγαπάται νά 20απεράσωμεν μέ ειρήνη, νά μήν γύνη κανένα σκάνδαλον, πρέ-(φ.14β) 21πει νά παραγγείλεται τών καπελάνων σας, νά αφίνουν τούς παπάδες τούς ρωμαίους 22νά κάμουν κατά τό παλαιόν, εις τήν λιβάδα, και φανερωμένην. 23καί νά μήν τούς εμποδίζουν καί προξενίσουν κανένα σκάνδαλον, 24καί άν έλθουν διά ευλάβειαν εις τήν σπηλίαν, ή εις άλλην Εκκλησίαν 25νά λειτουργήσουν, παραγγείλετε τους νά μήν τούς διώχνουν, οπού ζημίαν δέν τούς 26κάμουν ταίς λειτουργίαις τους δέν πέρνουν. προστάξετέ τους λοιπόν νά κά-27μουν έτζι, καί θέλει νά είναι ειρήνη καί αγάπη τοίς πάσι. καί άν τούς αφήσεται καί 28τούς διώχνουν, ότι ακολουθήση θέλεται έχει το κρίμα. η αυθεντία σας έχε-29ται τής παναγίας ομπρώς ένδεκα ημέραις, προστάξετέ τους νά πηγαίνουν 30νά τό κάμουν τό πανηγύρι, ας πάνε καί οι ρωμαίοι εις τήν ημέραν τους νά 31τό κάμουν, καί έτζι θέλει είναι καί τά δύο μέροι αγαπημένοι, διά νά μήν 32ακολουθήση καί εις τόν καιρόν μου κανένα παράδοξον, καί μάς κατηγο-33ρήση όλος ο κόσμος. ταύτα καί μένωμων εις τήν αγάπην της διά πάντα:-

 341758 αυγούστου- 12

 

35ο ταπεινός αρχιεπίσκοπος + ο Τίνου Μελέτιος:-

 

Στο φ. 15v η διεύθυνση του παραλήπτη:

  εις τόν ενδοξώτατον βικάριον.

 

Σημειώσεις:

Στιχ. 1: Η «πόλτζα», είναι η επιστολή που έστειλε ο De Via στον Λογοθέτη Καλάβρια στις 5 του ίδιου μήνα (έγγραφο Ζ΄)

Στιχ. 9: Για την «Λιβάδα» (εκκλησία της ενορίας Μυρσίνης, σήμερα, αλλά που τότε ανήκε στην επισκοπική περιουσία) και για τη Φανερωμένη (εκκλησία της ενορίας Στενής), έχω ετοιμάσει μια ιστορική μελέτη που σύντομα θα δημοσιευθεί.

Στιχ. 11: Για τη Λιβάδα μας είναι γνωστή η ονομασία ορθόδοξου εφημέριου (καπελάνου) από τον επίσκοπο Μαυρίκιο Doria, στις 5 Σεπτεμβρίου 1661 (Ενοριακό Αρχείο Μυρσίνης, φάκ. Ι, φ. 1).

Στιχ. 14: Η λέξη «ξωμερίτης» (δηλ. από ένα χωριό της περιοχής Έξω Μεριά της Τήνου) δεν είναι γραμμένη από το χέρι του γραμματέα και προστέθηκε μετά στο κείμενο. Τα «καιλία» είναι το σημερινό χωριό Καλλονή (προηγούμενη ονομασία του χωριού: Κελιά).

Στιχ.22: Είναι γνωστό πως οι καθολικοί της Τήνου μιας εξαρχής ακολούθησαν το Γρηγοριανό ημερολόγιο, ενώ οι ορθόδοξοι, έστω και κάτω από την δικαιοδοσία του καθολικού επισκόπου, ακολούθησαν πάντα το Ιουλιανό, το «παλαιόν» (βλ. και στιχ. 28-31).

Στιχ. 24: Η «σπηλία» είναι το σήμερα ερηπωμένο χωριό Σπηλιά όπου σώζεται ακόμα η εκκλησία της Παναγίας που την ευλαβούνται καθολικοί και ορθόδοξοι. Η εκκλησία αυτή, σήμερα, ανήκει στην καθολική ενορία της Κώμης.

Στιχ.29: «της παναγίας»: εννοεί τη γιορτή της Κοίμησης, τον Δεκαπενταύγουστο, που γιορτάζουν και οι δυο εκκλησίες της Λιβάδας και της Φανερωμένης.

Στιχ. 34: Η ημερομηνία της επιστολής του Μελετίου είναι με το παλαιό ημερολόγιο, δηλ. στις 23 του ίδιου μήνα.

 

Θ΄

Απάντηση του Βικεντίου De Via προς την προηγούμενη επιστολή του Μελετίου. Δοκίμιο. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά απ’ το ΑΚΤ, φακ. 27, εσ. 4, φ.16.

 

Αυτόγραφο     Ξινάρα, 24 Αυγούστου 1758

 

Πανιεροτατε αφθεντι Δεσποτι οιγιαις

 

2Το τιμιο γραμμα τής Πανιεροτισας εχτες ελαβα, τα 3γραφουμενα καλός εκαταλαβα, καί μεν προτο 4αχαρικα βλεποντας πός ατοσας γνοριζετεν 5οτι ειναι δίκεον να μην πιγενουν οι παπαδες σας 6ειστα φρανγοχορια να λουτουργουν εισταίς Εκκλισιεσ-7μας, και πος μελετατεν να τους διασισετεν (καί 8αυτο είτον καί εμενα ή γνομιμου όντας ηγραψα 9τού σιορ λογοθετι) μονο σάς παρακαλο νά το 10κάμετεν το γλιγοροτεορ δια το ησιχο καί αγαπιμενο. Εις 11οσονμε διά την λιβάδα σάς ταζο πός μιδε ποτε 12τούς εδιοξαμαιν μιτε ειχαμεν φέτος ενια13 να τούς περιορισομεν αντις παντα τούς εκαμνα-14μεν αρχοντιαις καί περισαίς τιμαις εος και ειστην 15τραπεζαν στο διπνο και γιομα. 16Με το να μού ερτεν καί  απεκιο ακερα (φ.16β) 17η αποκρισι όπου εστελετεν του αναλεγομενου σιορ λογο-18θετη δεν εμπορεσα να δοσο ορδινια να γίνι το πα-19ναγιρι τής ηδιας Εκκλισιας τον εδικονμας δικαπενταγουστον κατα τήν βουλισας 20και μαλιστα απεθιμοντας εγο καλιοτερα απο τους αλλους την ηρινη εγνορισα εβλογο να αφισομεν καί φετος 22να γενι κατα το παλεόν καί διά τον ερχομενον χρο-23νον θεου θελοντος θελο το βαλο είς πραξι. Δια 24εκινο οπού μού λετεν πός επραξεν ο Κα-25πελανοσμας ειστά Καιλία θελι επιμελής ξεταξο 26τα ποθιβολα καί επιτα να καμο δικεοσίνην. 27Ταυτα κατα την γραφισας 28καί μενο στους ορισμουσας.

 

  29Κουτσουνάρα 24 Αυγούστου 1758

  30Εβλαβίς Δουλος

 31βικεντιος δε βία διαλεμενος

  32επισκοπος ρουσπιας και συμβοηθος με

  33μελουσαν Διαδοχι Τινου, καί Μικονου

 

Σημειώσεις

Στιχ.2: «Το τιμιο γραμμα» είναι το προηγούμενο έγγραφο Η΄.

Στιχ. 15-16: Ανάμεσα στους δυο στίχους έχουν σβηστεί οι λέξεις «Δια την ειποθεσην τον καιλίο θελι ξεταξο επιμελ».

Στιχ.22: Όπως γνωρίζουμε από αλλού (Ενοριακό Αρχείο της Μυρσίνης) οι καθολικοί και οι ορθόδοξοι έκαναν το πανηγύρι στη Λειβάδα την πρώτη Κυριακή μετά την γιορτή του Δεκαπενταύγουστου, υπολογισμένη όμως σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο (το ίδιο συνέβαινε και στη Φανερωμένη). Από μια αχρονολόγητη απόφαση του επισκοπικού συμβουλίου του Ιωσήφ-Μαρία Tobia (1796-1808) που το αποτελούσαν οι ιερείς Ιωάννης Ζαλώνης, Αντώνιος Ρουγγέρης, Φραγκίσκος Ρουσσίν, Αντώνιος Κοττάκης και ο Ιωάννης Κολλάρος, γνωρίζουμε πως δόθηκε η συμβουλή στον επίσκοπο να επιτρέψει στους ορθοδόξους να κάνουν το πανηγύρι στην εκκλησία της Λειβάδας τον Δεκαπενταύγουστο, αλλά σε διαφορετική μέρα από κείνη των καθολικών, επειδή οι ορθόδοξοι έχουν αυτό το προνόμιο απ’ τα «αρχαία χρόνια» και για να αποφευχτούν φασαρίες ανάμεσα στους πιστούς (ΑΚΤ, φακ.19, φ.308). Απ’ το Ενοριακό Αρχείο της Μυρσίνης μαθαίνουμε πως στα 1811, ο ορθόδοξος αρχιεπίσκοπος Γαβριήλ απαγόρεψε στους πιστούς του να γιορτάζουν σ’ αυτή την εκκλησία και τους διέταξε να κτίσουν μιαν άλλη σε μικρή απόσταση απ’ την παλιά.

Στιχ. 27-30: Έχουν σβηστεί οι φράσεις: «και προσφερνοντασας τήν μικρην μου δουλεψην απογραφομε με καθε σεβας, τής πανιεροτισας ταπεινος δούλος».

 

 

Ι΄

Επιστολή του ορθόδοξου αρχιεπισκόπου Μελετίου προς τον καθολικό επίσκοπο De Via με την οποία παραπονείται για ένα βίαιο προσηλυτισμό στο χωριό Καρδιανή. Εκφράζεται και η απειλή προσφυγής στον σουλτάνο. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά απ’ το ΑΚΤ, φακ. 27, εσ. 4, φ.17.

 

Αυτόγραφο     (Τήνος), 7 Οκτωβρίου 1759

 

 + Εκλαπμπρότατε μονσινιώρ προσκυνώσε. εδώ εις τα έξω 2μέρη ήλθα, και μου κλέγονται οι χριστιανοί ρωμαίοι ότι εις τήν καρ-3διανήν, εσικώθηκαν οι χωριανοί, καί επήγαν μέ τά ματζούκια 4εις του σπόρου τό οσπήτι, καί απίασαν τόν ψυχονγιόντου οπού ήτον άρρωστος, 5φοβεριζωντάστον νά τον σκοτώσουν, άν δέν γένη φράνγκος. 6καί τόν εσύκωσαν στανικώς του, καί τόν επήγαν εις τήν εκκλησίαν, καί 7τόν έκαμαν φράνγκο, κάι τού λέγουν ότι άν γυρίση καί γίνη ρωμαί-8ος, θέλουν τόν κάμουν κομάτια. έτι λέσει νά διώξουν τούς ξένους ρω-9μαίους οπού ευρίσκονται εκεί. τά οποια λόγια κάι καμώματα δέν προξε-10νούσι άλλον, παρά σκάνδαλα, καί ημπορούσι νά φέρουν καί φωνικά 11αναμεσόν τους. όθεν σας παρακαλώ νά τούς γράψεται νά κάθωνται 12αναπαυμένοι, καί στανικώς οι άνθρωποι φράνγκοι δέν γίνωνται, μήτε 13ρωμαίοι, αλλά μέ τό θέλημά τους καθ’ ένας γίνεται ότι θέλει. μήτε 13κανένας διώχνεται αποκανένα τόπον πληρώνωντας τό χαράτζη του 15άν δέν είναι κλέπτης. οι τινιακοί πηγαίνουν εις τήν ανατολήν, οπού είναι 16τούρκοι μά δέν τούς διώχνουσι διατί είναι ρωμαίοι, μήτε τούς κάμνουν 17τούρκους στανικώς. αλλά εις τήν καρδιανήν θε να κάμωσι καινούριον (φ.17β)18 νόμον, νά κάμουν φράνγκους στανικώς, καί νά διώχνουσι τούς 19ξένους ρωμαίους από τό χωρίον τους γραψετέ τους νά είναι ειρηνεμένοι 20καί όσοι θέλουν νά γίνουν φράνγκοι, άς τό κάμουν, καί όσοι 21ξένοι είναι κλέπται άς τούς διώχνουν, διά νά μήν γίνη κανένα 22σκάνδαλον αναμεσόν μας, καί είναι η κατηγορία εδική μας 23οπού δέν τούς εκυβερνήσαμεν, καί ούτω μένωμεν εις τούς ορισμούς σας.

 

  24αψνθω οκτωβρίου ζω:

 

25έτι λοιπόν, η εκλαμπρότησου, νά τά διωρθώσης καθ’ου 26κεφαλή οπού είσαι, καί νά γίνη πάλιν ο άνθρωπος 27καθώς ήτον, ρομαίος, ει δέ καί η εκ-28λαμπρότησου αμελήσης εις ταύτην τήν δουλιάν, θέλω 29δόσω είδησιν, εις το τυβάνι τής βασιλείας, καί ύστερον μήν 30μάς παραπονάσθαι:-

 

  31ο εις τούς ορισμούς της πρόθυμος -Τίνου Μελέτιος:-

 

Σημειώσεις

Στιχ.15: Έχουμε εδώ μια μαρτυρία για την ποινή με την οποία τιμωρούσαν τους ξένους που διέπρατταν κλοπές (βλ.στιχ. 21). Ο Δρόσος δεν αναφέρει την κλοπή ανάμεσα στα αδικήματα που τιμωρούνται με παντοτινή εξορία (Δρόσος Δρ., Ιστορία, σ. 54-55).

Στιχ. 25-30: Έχουν γραφτεί, προφανώς, από το χέρι του ίδιου του Μελέτιου, αφού έχουν περισσότερο προσωπικό χαρακτήρα από εκείνα του κυρίου σώματος τής επιστολής. Εξ άλλου αυτό διαπιστώνεται και από την σύγκριση της γραφής.

Στιχ. 28-30: Όπως διαπιστώνεται από το έγγραφο ΙΒ΄, ο Μελέτιος πραγματοποίησε την απειλή του και αποτάθηκε στην Υψηλή Πύλη, μέσω του πατριάρχη Σεραφείμ.

 

 

ΙΑ΄

Άλλη επιστολή του Μελετίου προς τον De Via, με την οποία τον παρακαλεί να καθησυχάσει τους καθολικούς πιστούς που βρίσκονται σε εξέγερση, εξαιτίας των διαδόσεων που κυκλοφορούν, σχετικά με την αρπαγή των καθολικών εκκλησιών απ’ τους ορθόδοξους. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά απ’ το ΑΚΤ, φακ.27, εσ.4, φ.19.

 

Αυτόγραφο     (Τήνος), 5 Νοεμβρίου 1759

 

 + Εκλαμπρώτατε μονσιώρ προσκυνώσας. έμαθον ότι τά 2χωριά σας είναι συγχισμένα καί έχουν δίκαιον. επειδή καί ακού-3ουσι, ότι οι ρωμαίοι γυρεύουσι νά πάρουν ταίς Εκκλισίαις οπού έχεται, 4από τούς ρωμαίους κρατιμέναις. τά οποία είναι όλα ψεύματα καί ίσως 5λόγια τών εχθρών, οπού γυρεύουν νά κάμουν σκάνδαλα ανα-6μεταξύ εις τούς φράνγγους καί ρωμαίους, νά τούς παρακινήσουν νά 7κάμουσι κανένα πράγμα, οπού νά αφανισθούν καί τά δύο μέροι. 8λοιπόν ως φρόνιμοι οπού είσθε πήτε τους πώς ημείς κανένα 9τέτοιον λογισμόν μήτε τόν εβάλαμεν μήτε τόν έχωμεν. μόνον άς 10κάθωνται αναπαυμένοι, καί χαίρεσθε ταίς εκκλησίαις σας, καί ημείς 11είμεσθε ευχαριστημένοι μέ ταίς εδικαίς μας. ταύτα καί μένωμεν 12εις τούς ορισμούς σου. καί θέλωμεν νά είμεσθεν αγαπημένοι καί όχι συγ-13χισμένοι:

 

  14αψνθω  νοεμβρίου εω

 15εις τούς ορισμούς της  +ο Τίνου Μελέτιος

 

Σημειώσεις

Στιχ. 1-2: Όπως μπορεί να υποτεθεί από όσα γράφει του Μελετίου, οι πληροφορίες του δεν προέρχονται από επιστολή του επισκόπου De Via, αλλά από φήμες για κάποιο ξεσηκωμό των καθολικών. Διερωτόμαστε μήπως οι αναστατώσεις αυτές προήλθαν από την δημοσίευση του σουλτανικού φιρμανιού που δημοσιεύουμε αμέσως παρακάτω (έγγραφο ΙΒ΄), οπότε και θα πρέπει να δεχτούμε ως χρονολογία δημοσίευσής του το 1759. Σ’ αυτή την περίπτωση η επιστολή του Μελετίου έχει χαρακτήρα μεταμέλειας και προσπάθειας για καθησύχαση των καθολικών πιστών.

Στιχ. 3-4: Πρέπει να θεωρηθεί σαν προσπάθεια δικαιολογίας, αλλιώς δεν εξηγούνται όλα τα παρακάτω.

 

 

ΙΒ΄

Σουλτανικό φιρμάνι που εκδόθηκε μετά από παρότρυνση του Οικουμενικού Πατριάρχη Σεραφείμ, με το οποίο κατηγορούνται οι καθολικοί για βιαιότητες εναντίον των καθολικών και λαμβάνονται μέτρα εναντίον τους. Δημοσιεύεται από το ΑΚΤ, φακ. 27, εσ. 4, φ.21, σε δική μας μετάφραση απ’ τα ιταλικά. Μια παραλλαγή του είχε δημοσιευτεί απ’ τον Hofmann, Tinos, σ.118-119, απ’ το ΑPF, απ’ όπου και αντιγράφουμε την εισαγωγική σημείωση.

 

Αντίγραφο     (Κωνσταντινούπολη, 1759 ή 1760)

 

26 Νοεμβρίου 1760

[  Προς τον Κύριο Καρδινάλιο Spinelli, Πρόεδρο.

Ο Σεβασμιότατος Γραμματέας παίρνει την τιμή να παρουσιάσει στην Εκλαμπρότητά Σας αντίγραφο τού φιρμανιού πού έφτασε απ’ την Κωνσταντινούπολη και με βαθύ σεβασμό υποκλίνεται στην Εκλαμπρότητά Σας].

 

Αντίγραφο του φιρμανιού

Ο Σεραφείμ, Πατριάρχης των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης και των εξαρτημένων (χωρών), έχοντας παρουσιάσει στον αυτοκρατορικό μου θρόνο πως οι ραγιάδες του νησιού της Τήνου, οι παπάδες, οι προεστοί και όλοι γενικά του απεύθυναν μια παράκληση, κοινή ωσαύτως, πώς οι Φράγκοι οι εγκαταστημένοι στο παραπάνω νησί σφετερίζονται τα χωράφια τους και τον μόχθο τους και πως μπαίνουν στα σπίτια των προαναφερόμενων ραγιάδων επιβουλευόμενοι την τιμή τους. πως διαφθείρουν τα παιδιά τους με διάφορες δικαιολογίες για να τα κάμουν να περάσουν στην Ευρώπη, πώς χρησιμοποιούν μερικούς στην υπηρεσία τους και πως τους τραβούν στη φραγκική θρησκεία. πως μπαίνουν στις ελληνικές εκκλησίες και πως με τη βία τελούν εκεί τις θρησκευτικές τους τελετές. πώς διαπράττουν κάθε είδους καταπίεσης ενάντια στους φτωχούς ραγιάδες. πως οι Φράγκοι παπάδες, επειδή δεν είναι ευχαριστημένοι απ’ τις τοποθεσίες που κατέχουν από παλιά αντίθετα προς τα έθιμα, μπαίνουν στα σπίτια των ραγιάδων και διαπράττουν αταξίες. πως οι οικογένειες και τα παιδιά των ραγιάδων δε βρίσκονται πια σε ασφάλεια εξαιτίας των Φράγκων και των παπάδων τους και πως μέσα σε μια τέτοια δυστυχία προσέτρεξαν στον προαναφερόμενο Πατριάρχη για να ενδιαφερθεί γι’ αυτό το σκοπό προς την Υψηλή μου Πύλη, ζητώντας να του δοθεί μια αυτοκρατορική διαταγή που να κάνει τους Φράγκους παπάδες να αποφεύγουν να πηγαίνουν και να τους εμποδίζει να μπαίνουν στα σπίτια των ραγιάδων. να μην τους επιτρέπεται με κανένα τρόπο να ενοχλούν και να πειράζουν τις τοποθεσίες που κατέχουν από παλιά και να μην ενοχλούν τους ραγιάδες στις οικογένειές τους, τα παιδιά τους, τους μόχθους, τις εκκλησιές τους και τις θρησκευτικές τους τελετές. Και να εμποδιστεί κάθε καταπίεση σ’ αυτό το σημείο. Γύρω απ’ αυτό, έχοντας κοιτάξει τους καταλόγους του δικαστηρίου των επισκόπων που φυλάγονται στο αυτοκρατορικό μας θησαυροφυλάκιο και αφού μας ανέφεραν πως στην αρχή του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης βρίσκεται ο μοναχός Σεραφείμ και πως ήταν συνήθεια να δίνονται φιρμάνια που να περιέχουν (τα παραπάνω) και υπάρχοντας η υποψία για άπειρες κρυφές καταχρήσεις τής θρησκείας εθνικοτήτων εχθρικών προς τους υπηκόους της Υψηλής μου Πύλης και που βρίσκονται κάτω από τη σκιά των πτερύγων της αυτοκρατορικής μου χάρης. οπουδήποτε βρίσκονται ραγιάδες που θα θελήσουν να εξασκήσουν τη φράγκικη θρησκεία, πρέπει να εμποδιστούν με τα πιο αποτελεσματικά μέσα και για τούτο δόθηκε αυτή η διαταγή, 40 να εκτελεστεί σύμφωνα με την παρούσα εντολή.

 

Σημειώσεις

Σχετικά με τη χρονολόγηση του παραπάνω φιρμανιού, θα μπορούσαμε να σημειώσουμε τα εξής: η έκδοσή του πρέπει να τοποθετηθεί προς το τέλος του 1759 ή το αργότερο στις αρχές του 1760, αφού έφτασε στην ΙΣΔΠ, στη Ρώμη, μέσα στο Νοέμβριο του 1760. Αν μάλιστα είναι σωστή η υπόθεση που έκανα στις σημειώσεις του προηγούμενου εγγράφου, τότε θα πρέπει να το τοποθετήσουμε γύρω στο Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο του 1759. Ας σημειωθεί ακόμα, πως, η καλλιγραφία του αντιγράφου του ΑΚΤ μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως προέρχεται απ’ την ΙΣΔΠ.

Στιχ. 2: Ο καρδινάλιος Giuseppe Spinelli, χρημάτισε πρόεδρος της ΙΣΔΠ στην περίοδο 5 Σεπτεμβρίου 1756 - 18 Απριλίου 1763. βλ. Kowalsky Nic., Serie dei Cardinali Prefetti e dei Segretari della Sacra Congragazione «de Propaganda Fide», Romae 1962, σ. 8-9.

Στιχ. 3: Γραμματέας της ΙΣΔΠ στην περίοδο 24 Σεπτεμβρίου 1759 - 10 Σεπτεμβρίου 1770, ήταν ο Mario Marefoschi. βλ. στον Kowalsky Nic., ό.π., σελ. 24-25.

Στιχ. 7: Ο Σεραφείμ Β΄ χρημάτισε οικουμενικός πατριάρχης στην περίοδο 22 Ιουλίου 1757 - 26 Μαρτίου 1761.

Στιχ. 9: Με τη λέξη «ραγιάδες», εννοούνται οι ορθόδοξοι.

Στιχ. 10: Με τη λέξη «φράγκοι», εννοούνται οι καθολικοί.

 

 

ΙΓ΄

Επιστολή-απάντηση του επισκόπου Βικ. De Via προς τον αρχιεπίσκοπο Μελέτιο, με το οποίο του ζητεί περισσότερα στοιχεία για τις κατηγορίες εναντίον καθολικών ιερέων. Ο De Via, σαν αρχή, απορρίπτει όλες τις κατηγορίες. Παρόλο που η επιστολή έχει κανονικά διπλωθεί και σφραγιστεί, δεν εξηγείται πώς βρίσκεται το πρωτότυπό του στο ΑΚΤ. Θα πρέπει να υποθέσουμε πώς ή δεν στάλθηκε ποτέ ή, για κάποιο άγνωστο σε μας λόγο, το επέστρεψαν πίσω. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά απ’ το ΑΚΤ, φακ. 27, εσ. 4, φφ. 22-23.

 

Αυτόγραφο     (Ξινάρα), 10 Ιουνίου 1763

 

Πανιερώτατε καί λογιότατε αφέντι Δεσπότι 2τήν πανιερότισας αδελφικος χαιρετούμεν.

 

3Εχθές οπού είταν σιναγμένοι ειστο Ξόμπουργο καμπόσοι παπάδεσ- 4μου, καί μερικοί κανόνικοι, καί Αρχονταις λατίνοι τούς εδιάβασα 5τήν γραφί οπου μού εστίλετεν, καί καλλός τούς εκαμα νά κατα-6λάβουν τά παραπονέματάσας ομού καί τού σιόρ λογοθέτη, αμί 7αφτοί εποκρίθισαν πός δεν εχουν καμίαν ηδισην στά όσα 8γράφετεν. Όθεν αν ειξέβρετεν ειστό μερικό τά ονόματα τόν 9παπάδον όπου λέτεν πώς αδικα σάς κακολάλουν, καί εκινόν 10όπου σμίγετεν πός εχάλασαν σπίτια παπά, καί πός ελάβο-11σαν διό ανθρόπους σιμαδέψετέμουτις καί βρίσκονταστους φτε-12χταις θέλο τούς πεδέψι εκκλισιαστικά, καί θέλο σάς δόσι κα-13θε απεθιμισμένην θεράπεψην, καί πλεροφόρεσην. λογιάζο όμος πός νά ειναι λόγια τόν οχτρόν όπού προσπαθούν νά βά-15ζουν σκάνδαλα, καί ανόχλισαις ανάμεσα ρομέους δέ, καί λατίνους, 16οντας, καί νά ειναι φανερό πός οι φρανγκοπαπάδες δέν συν-17τρέχουν εισταις κοιναίς μαζοξαίς μίτι χαλούν σπιτια κανένος 18όπού να ειναι, αλλά μιτί λαβόνουν ανθρόπους. πράξετες λιπόν 19καθού φρόνιμος αρχιερέας, καί γνορίζετέμε πάντα ος καθός 20έχο τήν τιμήν νά είμε

 

 21Τής Πανιεροτισας

22απο το παλατιμας 10 γιουνιου 1763

 23Ταπινος δουλος καί (πιστός) φιλος

 

 24Βικεντιος (De Via επίσκοπος Τήνου και Μυκόνου)

 

Η διεύθυνση του παραλήπτη στο φ. 23v:

 Τω Πανιεροτάτω καί λογιοτάτω Κιριω Κιριω

 Μελετίω Αρχιερεα ρομεων Τίνου πανευτιχω

 αξιος δοθιτω

  στον Αγιον νικόλαον

 

Σημειώσεις

Στιχ. 3-4: Δεν στάθηκε δυνατόν να εντοπίσουμε τον λόγο αυτής της σύναξης του καθολικού κλήρου και των καθολικών προεστών στο χωριό του Εξωμβούργου.

Στιχ. 17: Εννοεί τις συναθροίσεις του λαού, των προεστών και δημογερόντων. βλ. Δρόσος Δρ. Ιστορία, σ. 47-49.

Στιχ. 22: Εννοεί την επισκοπική κατοικία στη Ξινάρα.

Στιχ. 23-24: η δεξιά γωνιά της επιστολής έχει σχιστεί, γι’ αυτό και έθεσα σε παρένθεση τις λέξεις που υποθέτω ότι συμπληρώνουν την υπογραφή του καθολικού επισκόπου. Δυστυχώς δε στάθηκε δυνατό να εντοπίσω στο ΑΚΤ ούτε την επιστολή του Μελετίου στην οποία απαντά ο De Via, ούτε και εκείνη του Λογοθέτη Καλάβρια, αλλά ούτε και εκείνη που, ενδεχομένως, έστειλε ο Μελέτιος ως απάντηση στην παρούσα, κατονομάζοντας τους υπαίτιους.

 

 

ΙΔ΄

Επιστολή του Μελετίου προς το De Via για ένα πρόβλημα που παρουσιάστηκε στην εκκλησία του αγ. Γεωργίου του Κρεμαστού, στο Κτικάδο, που πριν το 1715 ήταν κοινής λατρείας. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά απ’ το ΑΚΤ, φακ. 27, εσ.4, φφ. 24-25.

 

 

Αυτόγραφο     (Τήνος), 16 Φεβρουαρίου 1764

 

Εκλαμπρότατε μων σιώρ, τήν εκλαμπρό-2τητάσας, εν αγίω πνεύματι ασπάζομαι.

3+ μέ τό νά έχουν παράπονον, οι εδικοίμας χριστιανοί εις το 4κουτουκάδο, από τούς εδικούςσας, ήλθαν καί μάς είπαν, ότι 5εις τό χωρίοντους, είναι μίαν εκκλησίαν τούς αγίου γεωργίου, ονομαζο-6μένη κρεμαστού. καί τήν είχαν ρωμαίοι καί φράγκοι, καί έκαμαν 7τά πανιγήρια καί τά λάσα μαζή, καί ήτον αναπαυμένοι. ένας 8ρωμαίος έβαλεν ένα κανδήλη ασιμένιον νά τό ανάφθη, διά 9τήν χάριν τού αγίου. οι εδικοί σας εσικόθηκαν καί τό έβγαλαν 10καί δέν τό θέλουν, διατί τό έβαλαν οι ρωμαίοι. οι ρωμαίοι πρε-11τετέρουν πώς είναι η εκκλησίαν εδικήτους, καί ακολουθά νά γίνη 12καυγάς αναμεταξύτους, καί είναι εντροπήν εις τού λόγουμας, καί ζη-13μίαν εις αυτούς. πρέπει λοιπόν η εκλαμπρότηςσου νά τούς 14γράψης καί νά τούς προστάξης μέ αφορεσμόν, νά είναι ανα-15παυμένοι καί αγαπημένοι καθώς καί πρώτερον, καί νά μήν διόχνουν 16τούς ρωμαίους από τήν εκκλησίαν. έτζη πρέπει νά τούς προστάξε-17ται. καί άς έχωμεν τήν απόκρισίνσας:. 1764 φευρουαρίου -16

 

 18εις τούς ορισμούςτης + ο Τίνου Μελέτιος :.

 

Στο φ. 25v, η διεύθυνση του παραλήπτη:

 τω εκλαμπροτάτω και υψηλωτάτω

  μωνσιώρ ασπασίως:-

 

Σημειώσεις

Στιχ. 3-4: Το χωριό Κτικάδο, μέχρι σήμερα έχει μικτό πληθυσμό. Εκείνη την εποχή (1772), οι καθολικοί του Κτικάδου ανέρχονταν σε 131 άτομα, αλλά για τον αριθμό των ορθοδόξων κατοίκων δεν έχουμε κανένα στοιχείο βλ. Ηofmann, Tinos, σ.125.

Στιχ. 5-6: Για την εκκλησία αυτή «κοινής λατρείας», έχει γράψει ο Βασιλειάδης Δημ., Αι επιπεδόστεγοι μεταβυζαντιναί Βασιλικαί των Κυκλάδων, ΕΕΜΚ, 2 (1962), σ.530-531 (σχέδιο της πρόσοψης και της κάτοψης στη σελ. 480, εικ. 87). Στην εκκλησία αυτή κάνει αναφορά και μια αχρονολόγητη περιγραφή (πριν το 1700) των εκκλησιών και των λεγάτων του Κτικάδου, και η οποία συμπεριλήφθηκε στις περιγραφές των λεγάτων του κώδ. 4 του ΑΚΤ, φ. 97v. Βλ. Φώσκολος Μάρκος, Το κτηματολόγιο των εκκλησιών της Τήνου και η καταγραφή των λεγάτων τους. ΑΚΤ, Κώδικας 4 (Νοέμβριος 1700), Τηνιακά Ανάλεκτα 3 (1998) σ. 540.

Στιχ. 7: «λάσα», απ’ την ιταλική λέξη lasciti, δηλ. ευσεβή κληροδοτήματα ή λεγάτα.

Στιχ. 10-11: «πρετετέρουν», απ’ την ιταλική λέξη pretendere, αξιώνω.

Στιχ. 11: Η απόρριψη του καντηλιού απ’ τους καθολικούς είχε σκοπό να εξαφανίσει κάθε ιδέα ιδιοκτησίας απ’ τους ορθόδοξους, πάνω σ’ αυτή την εκκλησία.

Στιχ. 17: Δε γνωρίζω ποια στάση κράτησε ο επίσκοπος De Via πάνω σ’ αυτό το πρόβλημα, ύστερα απ’ τις διαταγές της Ρώμης του 1753 και ούτε έχουμε την απάντησή του προς τον Μελέτιο.

Σημείωση. Στην επιστολή του Μελέτιου διασώθηκε ένα μέρος της προσωπικής του σφραγίδας, πάνω στο βουλοκέρι που σφράγιζε την επιστολή. Δυστυχώς δεν είναι δυνατόν να διακρίνουμε όλα τα στοιχεία της σφραγίδας. Εύκολα, όμως διακρίνονται η λέξη «ΤΙΝΟΥ», ένα μέρος από το σώμα ενός πουλιού και το έτος 1747, που πρέπει να θεωρηθεί ως έτος κατασκευής της σφραγίδας, οπότε και έτος της εκλογής του Μελετίου στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Τήνου.

 

 

ΙΕ΄

Επιστολή του Μελετίου προς το De Via με την οποία τον καλεί να συνεργαστούν για να απαλλαχθούν οι ιερείς και των δυο δογμάτων από το «κεφαλοχάρατζο», όπως γίνεται στη Ρωσία. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά απ’ το ΑΚΤ, φακ. 27, εσ. 4, φφ. 27-28.

 

Αυτόγραφο      (Τήνος), 16 Ιουλίου 1772

 

+ ενδοξώτατε μωνσιώρη τήν εκλαμπρότησας, ασπάζομαι. αν καί 2νά μήν δύνομαι νά σάς ανταμώσω, νά κάμω τό αδελφικον 3χρέος, όμως η αγάπη είναι καί ευρίσκεται ανάμεσόνμας, καί είναι 4στερεά καί τά πρόβατάμας νά τά φυλάττωμεν. οι ιερείς μου ήλθον καί 5εκλαύθησαν νά παρακαλέσωμεν τήν κατζιλαρίαν νά τούς εβγάλουν 6από το κεφαλοχάτζο οπού είναι ένα γρόσι, νά μήν τό πληρώνουν 7καθώς καί εις τήν μοσχοβίαν οι ιερείς δόσιμον δέν δίνουν. όθεν 8καί η εκλαμπρότησας πρέπει νά γράψεται νά ευγάλουν τούς εδικούς σας 9καί πρέπει νά γράψεται καθώς έγραψα καί εγώ. καί λογιάζω πώς γίνε-10ται μετόνα τούς παρακαλούμεν καί οι δύο. καί τούς γίνεται τιμή καί βοήθεια. 11ούτω καί μένω πάντα εις τούς ορισμούς της.   1772 ιουλίου 16

 

   12 +ο Τίνου Μελέτιος

 

Σημειώσεις

Για τη ρωσική κατοχή της Τήνου και γενικότερα των Κυκλάδων, βλ. Πασχάλη Δημ., Αι Κυκλάδες υπό τους Ρώσους, ΕΕΚΜ, 1 (1961), σ. 233 κ. έ. Για την ισχύουσα φορολογία, στις σελ. 265-266. Καιροφύλας Κ., Ιστορικαί σελίδες της Τήνου, Αθήναι 1930, σ. 169-180. ενώ για την θρησκευτική κατάσταση στην ίδια περίοδο, βλ. Hofmann, Tinos, σ. 30-34. Στο ΑΚΤ φυλάσσονται έγγραφα αυτής της περιόδου, που θα ρίξουν φως στις σκοτεινές, ακόμα, πτυχές της.

Στιχ. 2: Αποτελεί προαγγελία (έμμεση, βέβαια) της επιθυμίας του για παραίτηση, εξαιτίας της προχωρημένης ηλικίας του (βλ. έγγραφο ΙΖ΄).

Στιχ. 5: Για την «Καντζελλαρίαν» και για τη σύνταξη του προϋπολογισμού του νησιού, βλ. Δρόσος Δρ., Ιστορία, σ. 47-50.

Στιχ. 6: «κεφαλοχάτζο» (κεφαλοχάτζαρο), ο λεγόμενος «κεφαλικός φόρος», που ξέρουμε, τώρα, πώς ανερχόταν στα αμέσως προηγούμενα χρόνια απ’ τη ρωσοκρατία, σε ένα γρόσι.

 

 

ΙΣτ΄

Επιστολή του Μελετίου προς τον De Via σχετικά με τις προσπάθειες κάποιου καθολικού που θέλει να κάμει μικτό γάμο. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά απ’ το ΑΚΤ, φακ. 27, εσ. 4, φφ. 29-30.

 

Αυτόγραφο     (Τήνος), 7 Σεπτεμβρίου 1772

 

εκλαμπρώτατε μωνσιώρ τήν εκ-2λαμπρότητάτης αδελφικώς ασπά-3ζομαι.

4+ μετό παρόν έρχομαι νά τής φανερώσω, ότι 5ένα πρόβατόσας ήλθε καί γυρεύει νά γίνη ρωμαίος 6νά τού δώσω θέλημα νά πάρη από το τριπόταμον 7τού ποτέ χατζή γιάννη τήν θυγατέραν, τάζοντας καί 8τριάντα γρόσια, όμως δέν τού εδώσαμεν. καί πα-9ρακαλούμεν άν έλθη αυτού, καί τάξη νά γίνη 10φράγκισα η γυναίκα νά μήν τού δόσεται. ότι τά δίπαρ-11τα είναι όλο σύγχισιν εις το σπήτι. τό παλικάρη ο-12νομάζεται μόδινας από το κουτουκάδο. ούτω καί μέ-13νω εις τούς ορισμούς της. 1772 σεπτεμβρίου 7

 

 14ο εν Χ(ριστ)ω αδελφός + ο Τίνου Μελέτιος

 

Σημειώσεις

Ο γάμος αυτός δεν έγινε, γιατί γνωρίζουμε απ’ το Βιβλίο Γάμων της Καθολικής Αρχιεπισκοπής, τόμ. ΙΙ, πως ο Μόδινας Γιαννισόπουλος του Λορέτσου παντρεύτηκε στις 20 Οκτωβρίου 1776 με την Μαριέττα κόρη του Μάρκου Περπινιάνη. Σίγουρα πρέπει να προηγήθηκε άδεια εκ μέρους του επισκόπου για την τέλεση του γάμου.

 

 

ΙΖ΄

Επιστολή του Μελέτιου προς τον De Via, με την οποία τον προσκαλεί να περιμένει το διορισμό του νέου Αρχιεπισκόπου Τήνου, για να κανονίσουν την υπόθεση κάποιας εκκλησίας του Αγ. Βασιλείου. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά απ’ το ΑΚΤ, φακ. 27, εσ. 4, φφ. 31-32.

 

Αυτόγραφο      (Τήνος), 28 Οκτωβρίου 1773

 

 + εκλαμπώτατε μων σιώρ, τήν εκλαμπρότητάτης 2αδελφικώς ασπάζομαι. έμαθον ότι παραπονάσθε 3εις τήν κατζηλερίαν διά εκκλησίαις. όμως τώρα καιρός 4δέν είναι, καί σάς παρακαλώ νά καρτερεύσετε νά έλ-5θη ο αρχιερέας οπού θέλει διορίση ο εκλαμπρώτατος 6αυθέντης νά έλθη, καί ερχόμενος τότε τά κυτάζετε, 7ότι εγώ δέν ημπορώ νά τά κυτάζω μετό νά είμαι 8γέρων καί δέν δύνομαι. καί ερχόμενος εκείνος κάμετε 9ότι ορίσεται, αφήτε νά κτίσουν τόν άγιον βασίλειον, καί τήν 10πέρνετε έτοιμη. ζημίαν δέν έχεται.. ούτω τήν παρα-11καλώ, καί μένω εις τούς ορισμούς της:. 1773

   12οκτωβριου 28

 

13ο γέρων δεσπότης καί εν Χω αυτής αδελφός Μελέτιος πρώ-14ην Τίνου.

 

Σημειώσεις

Στιχ. 2-3: Ήταν γνωστή η παραίτηση του Μελετίου και γι’ αυτό ο De Via κατέφυγε στην πολιτική εξουσία, για να παρουσιάσει τη διαμαρτυρία του. Φαίνεται πώς η Καντσελλαρία πέρασε τη διαμαρτυρία του De Via προς το Μελέτιο.

Στιχ. 9: Δε γνωρίζω σε ποια συγκεκριμένη εκκλησία αναφέρεται.

 

 

ΙΗ΄

Επιστολή του Βικάριου Τήνου Ιωάννη Βαπτιστή Fonton, που είχε αναλάβει την ευθύνη ποίμανσης της επισκοπής, προς τον ορθόδοξο αρχιεπίσκοπο Τήνου Νείλο, για την απρεπή συμπεριφορά του ορθόδοξου εφημερίου Καρδιανής παπα-Νικόλα. Γίνεται μνεία και για τη συνάντηση του 1785. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά απ’ το ΑΚΤ, φάκ. 27, εσ. 4, φ. 35α.

 

Αυτόγραφο στα φραγκοχιώτικα   Ξινάρα, 13 Φεβρουαρίου 1786

 

Panjerotate, ke lojotate Afendi Dhespoti 2tin panjerotissas enghardhiacos cheretume.

 

3Proechthes eparussiasthissan is emas poli anthropi edhikimas 4apo Chorion Cardhiani, perilipi ke paraponumeni dhina -5tos cata ton Edhessimon P. Nicolaon, oti pos etutos min 6echontas ute na dhossi, ute na pari camni ekithen pola 7sinchismata, ke scandhala anamessa is tus romeus ke 8Latinus, to opion inbori tiutu tropu na enochlissi tes car-9dhies afton, opu ine fovos min pos ke acoluthissun alla 10cata pola axiothrinita ke thilibera praghmata. Ek tutu peri-11calo tin panjerotissas na prostaxete ton rithenta P. Nicolaon 12na cathete anapavmenos episcopontas epi tis enorias tu 13cata to chreostu, ke os ine logikon ki dhikeon, ami ochi 14proxenontas dhichonies ke anissichies messa is to chorion. 15Dhia mias tiaftis prostajis tis parnjeotissas echome ste-16rean elpidhan na metavalli tropon o anothen P. Nicolaos 17is to na dhiikissi tin pimnintu; Ke utos na min elthome 18is catastassin, opu vieos na sintrexome is to exis, opu theli 19mas fani pleon armodhion, ke passis enerjias; ixevrontas 20pola cala I panjerotissas, oti cathos exedhialisticame omu- 21tu cata archas, opu elavame tin timin na sas sinomilisso-22me, idikimas i epithimia estathi ke ine na perassome is 23tin Iparchianmas irinikos, ke adhelficos me tin pan-24jerotissas, ke me ola ta provata ta edhicassas. T’afta 25ke menome olos prothimi is tus orismussas.

 

26Tis panjerotissas   Cuzzunara 13 Fevruariu 1786

 

   27f. GB Fonton

   Vicario Apostolico

 

Σημειώσεις

Στιχ. 6: Η υπόθεση για την οποία παραπονέθηκαν οι κάτοικοι της Καρδιανής, πρέπει νά ναι εκείνη που περιέγραψε ο ίδιος ο Fonton, στον αρχιμανδρίτη Γαβριήλ, στις επόμενες σελίδες του εγγράφου (φφ. 35v-36r), στις 5 του Μάρτη του ίδιου έτους και για την οποία σημείωσε πως ενδιαφέρθηκαν και οι Σύνδικοι και ο ορθόδοξος αρχιεπίσκοπος. Κάποιος κάτοικος της Καρδιανής, ονομαζόμενος Νικηφόρος, καθολικός είχε μεταναστέψει στην Σμύρνη, ενώ η ορθόδοξη γυναίκα του έμενε στο χωριό. Είχαν ένα μικρό παιδί (η επιστολή το χαρακτηρίζει «βρέφος»), βαφτισμένο καθολικά, που ήθελε η μητέρα του να το πάρει μαζί της στη Σμύρνη, παρά τη ρητή θέληση του άνδρα της ν’ αφήσει το παιδί του στην Τήνο, στη δική του τη μητέρα. Δεν γνωρίζουμε με ποιο τρόπο αναμείχθηκε στην υπόθεση ο ορθόδοξος εφημέριος του χωριού, παπά-Νικόλας. Οι δημογέροντες και ο ορθόδοξος αρχιεπίσκοπος, υπερασπίζοντας την πατρική εξουσία, απαγόρεψαν στη γυναίκα ν’ αναχωρήσει απ’ την Τήνο παίρνοντας μαζί της το παιδί («Κατά ολονών των νόμων, η Ευγένειά σας καταλαμβάνει» γράφει ο Fonton στον αρχιμ. Γαβριήλ, «πως ο άνδρας εξουσιάζει, και όχι η γυναίκα, το παιδί»). Ίσως ο παπα-Νικόλας να ήταν εκείνος που την φυγάδεψε στην Έξω Μεριά, «μέ τέλος νά αρμενήσει πρός τήν Σμύρνην μέ τό πρώτον έτοιμον καΐκι». Πρέπει να υποθέσουμε, πως πίσω απ’ αυτή την οικογενειακή υπόθεση κρυβόταν κάποια άλλη θρησκευτική, για την οποία, δυστυχώς, δε γνωρίζουμε άλλες λεπτομέρειες. Ερευνώντας στο Βιβλίο Ι Βαπτίσεων της Καρδιανής, συνάντησα την 1 Νοεμβρίου 1785, τη βάφτιση του Πιέρου Φιλιππούση, του Νικηφόρου και της Σοφιάς (φ. 12v), που θα μπορούσαν να είναι οι πρωταγωνιστές αυτής της υπόθεσης.

Στιχ. 20-24: Πιθανόν αυτές οι λέξεις να αναφέρονται στις συνεννοήσεις του 1785 (βλ. παραπάνω).

 

 

ΙΘ΄

Επιστολή του ορθόδοξου αρχιεπισκόπου Τήνου Νείλου, προς άγνωστο πρόσωπο, στα γαλλικά, απ’ την Άνδρο, με την οποία πληροφορεί πως με την επιστροφή του στην Τήνο, θα τακτοποιήσει την υπόθεση της εκκλησίας του Αγ. Παντελεήμονα στο χωριό Απεργάδος. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά απ’ το ΑΚΤ, φακ. 27, εσ. 4, φφ. 39-40.

 

Αυτόγραφο    Άνδρος, 6 Οκτωβρίου 1787 (παλαιό).

 

Monsieur

2Receves ma benediction ainsis que tout votre chere famille. je 3vous fait savoir, come le vicaire de monseigner fit savoir par un lettre 4a mon vicaire l’ incobeniente arrivè all΄ église de Saint Pantaleon au 5village d΄apergade. J’ aurois repondu un moment plutot si j avois 6rencontrè un quelqu΄un pur me faire la lectur de la dette lettre. En 7consequence du moment que j ay etè instruit du fet arrivè, je me 8prends la libertè de vous prier, Monsieur, de saluer de ma 9part monsegnieur de Via, et de lui dire, qu’ a mon arrivee, qui 10serà bien tot je ferais faire des recherches rigoureuses pour 11la satisfaction antiere contre les delinquants.

12Monsieur, j’ ai l’ honneur d’ etre

 

  13Tres humble et tres obeissante

  14serviteur Nile Veque de Tine

 

Andros les 6 8bre 1787. S.V.

 

16je pris le dieu, pur votre santè . + o Tίνου Νείλος

 

Η μετάφραση της επιστολής:

 

Κύριε,

Δεχθείτε την ευλογία μου, όπως επίσης και όλη σας η αγαπητή οικογένεια. Σας κάνω γνωστό, όπως ο βικάριος του Σεβασμιότατου έκαμε γνωστό με μια επιστολή στο βικάριό μου, το ατύχημα που συνέβηκε στην εκκλησία του Αγ. Παντελεήμονα στο χωριό Απεργάδος. Θα είχα απαντήσει νωρίτερα αν έβρισκα κάποιον που θα μου διάβαζε την παραπάνω επιστολή. Απ’ τη στιγμή λοιπόν, που έμαθα για ό,τι συνέβηκε, παίρνω την ελευθερία να σας παρακαλέσω, Κύριε, να χαιρετήστε, εκ μέρους μου το Σεβασμιότατο De Via και να του πείτε, πως με την άφιξή μου, που θα γίνει πολύ σύντομα, θα ερευνήσω σοβαρά για την ικανοποίηση εναντίον των εγκληματιών. Κύριε, έχω την τιμή να είμαι ο ταπεινότατος και πολύ υπάκουος,

  Νείλος, επίσκοπος της Τήνου

Άνδρος, στις 6 του Οκτώβρη 1787, κατά το παλαιό.

Παρακαλώ τον Θεό για την υγεία σας, 

+ ο Τίνου Νείλος.

 

Σημειώσεις

Στιχ. 3: Ο βικάριος του De Via δεν ήταν πια ο Ιωάννης Fonton, επειδή από το 1786 είχε ονομαστεί επίσκοπος της Σύρου.

Στιχ. 4: «βικάριος μου», δηλ. ο αρχιερατικός επίτροπος του Νείλου στην Τήνο, όσο εκείνος έλειπε απ’ την έδρα του. Δε γνωρίζουμε το όνομά του.

Στιχ. 4: Για την εκκλησία του Αγ. Παντελεήμονα, γνωρίζουμε τα παρακάτω στοιχεία, απ’ το ΑΚΤ. Η εκκλησία αυτή, ανήκε στο χωριό Χατζηράδο και φαίνεται πως την ιδιοποιήθηκαν οι κάτοικοι του χωριού Απεργάδος (σήμερα ερειπωμένο). Σύμφωνα μ’ αυτή τη μαρτυρία, κάποιου «μπάρμπα γιώργη γιανισωπολο, λεγώμενος λούρδος» που μαρτυρούσε «κ’ στην ψιχην του κ’ στωνώρκο του» («1787 τίνος χωρίων απεργαδος δικεμβριου 17»), ανήκε στους καθολικούς του χωριού, που «λιτουργούσασι σιχνά μέσα, κ’ ακόμα κ’ οι ρουμέγι ελιτουργούσαν τιν ιμερα του αγίου παντελεείμονως». Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό, πως την μαρτυρία αυτή την κατέγραψε και συμμαρτυρούσε, μαζί με άλλους δυο μάρτυρες, ένας ορθόδοξος ιερέας, ονόματι παπα-Μάρκος (ΑΚΤ, φακ. 52, φ.206. αντίγραφο της μαρτυρίας και στο φ. 208). Επειδή δεν γνωρίζουμε ποιος είναι ο παραλήπτης της παραπάνω επιστολής του αρχιεπισκόπου Νείλου, δεν ξέρουμε και ποιος ενδιαφέρθηκε για την υπόθεση της «καταπάτησης» του ναού απ’ τους ορθόδοξους του Απεργάδου. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία πως έδειξε το ενδιαφέρον του και ο επίσκοπος De Via (ήδη μαρτυρείται στην επιστολή του Νείλου), γιατί οι κάτοικοι του χωριού Χατζηράδου του έστειλαν μια διαμαρτυρία (ΑΚΤ, φακ. 52, φ.213, χωρίς χρονολογία, αλλά του Σεπτεμβρίου 1787). Σ’ αυτή διαμαρτύρονται για την καταπάτηση της εκκλησίας απ’ τους ορθόδοξους του Χατζηράδου, για το ότι έσπασαν τη σιδερένια κλειδαριά που είχαν τοποθετήσει οι καθολικοί, για το ότι πέταξαν την εικόνα του αγίου «σ’ ένα καντούνι, ήγουν γωνιά της ομοιας εκκλησίας» (η διαμαρτυρία είναι γραμμένη στα φραγκοχιώτικα) και γιατί δεν τους αφήνουν να λειτουργούν στην εκκλησία του Αγ. Ανδρέα (του ίδιου χωριού) όπου είχαν δικαιώματα από παλιά. Για την αλήθεια των καταγγελιών, συνηγορεί και η έκθεση του Αποστολικού Επισκέπτη της Τήνου G. Maria dAmeno (Hofmann, Tinos, σ.171) που απαριθμεί τον Άγιο Παντελεήμονα και τον Άγ. Ανδρέα ανάμεσα στα εξωκκλήσια της ενορίας του Χατζηράδου, μαζί με τα κτήματά τους και τις υποχρεώσεις τους. Το Βιβλίο της ενορίας του Χατζηράδου (Libro Maestro), που συντάχθηκε στις αρχές του 1800, αναφέρει και τις δυο εκκλησίες με τα χωράφια τους: ο Αγ. Παντελεήμων έχει ένα χωράφι που γειτονεύει με την ενοριακή εκκλησία του χωριού, μ’ ένα αμπέλι και ο Αγ. Ανδρέας έχει τρία χωράφια στις τοποθεσίες Βίσλο, Καλαμίσια και Απεργάδο. Οι υποχρεώσεις και των δύο εκκλησιών (Λειτουργία, Εσπερινός και δείπνο) στη μέρα της γιορτής του κάθε αγίου αντί να τελούνται στις εκκλησίες τους, ύστερα από διαταγή του επισκόπου Γεωργίου Gabinelli (1826-1842), θα τελούνται στην ενοριακή εκκλησία του Χατζηράδου (φφ.3-4).

Στιχ. 11: Η ικανοποίηση που υπόσχεται ο αρχιεπίσκοπος Νείλος, όπως φαίνεται, δε δόθηκε, γιατί στον κατάλογο των ορθοδόξων εκκλησιών του 1828 (βλ. Δώριζας Γεώργιος, Οι εκκλησίες και τα προσκυνήματα της Τήνου, Αθήναι χ.χ.,  σ.25), ο Αγ. Ανδρέας και ο Αγ. Παντελεήμων καταγράφονται μεταξύ των εξωκλησιών της ορθόδοξης ενορίας του Απεργάδου. Γνωρίζουμε πως οι καθολικοί τα διεκδικούσαν αυτά τα εξωκκλήσια μέχρι και το 1856 (βλ. τον κατάλογο που συντάχθηκε από τον επίσκοπο Φρ. Ζαλώνη: ΑΚΤ, φάκ. 19, φ.570 κλπ). Από το επόμενο έγγραφο πληροφορούμαστε τη στάση που κράτησαν οι δυο αρχιερείς και ο λαός των δυο δογμάτων, σ’ αυτή την υπόθεση, τα αμέσως επόμενα χρόνια.

 

 

Κ΄

Επιστολή του αρχιεπισκόπου Νείλου προς τον επίσκοπο De Via για νέες ταραχές στον Απεργάδο, εξαιτίας του εξωκκλησιού του Αγ. Παντελεήμονα. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά απ’ το ΑΚΤ, φάκ. 27, εσ. 4, φφ. 41-421.

 

Αυτόγραφο     (Τήνος), 26 Ιουλίου 1789

 

Την εκλαμπρότητά της φιλικώς χαιρετώ.

+ ο άγιος θεός να σας διαφυλάττη εις έτη πολλά και ευτυχή, 3μέ τό παρόν μας δέν λύπομεν οπού νά σάς φανερώσω-4μεν καί ημείς τά τής υγείας μας ότι υγιαίνομεν. ο πρωτοπα-5πάς ήλθε προσκλαιόμενος από χωρίον απεργάδον, καί μάς 6εφανέρωσεν ότι τήν τρίτην τό βράδυ επήγεν η γιαννάκης 7μπογιατζής, καί τού γιάκουμου τής κατερίνας ο υιός, καί εύγαλαν 8τήν κλειδονίαν από τόν άγιον παντελεήμονα. καί έβαλαν 9καινούριαν κλειδονίαν, διά νά μήν υπάγουν νά κάμουν 10τήν εορτήν τού αγίου παντελεήμονος κατά τήν παλαιάν συνή-11θειαν. όθεν ημείς ήλθαμεν μέ τόν σιόρ τζορτζάκην καί μέ 12σιόρ λογοθέτην, καί  σιόρ γιαννάκην μπέρζι εις το παλάτι 13σας, καί εσυνομιλήσαμεν, καί αποφασίσαμεν ότι νά βαστά- 14ο πρωτοπαπάς τό ένα κλειδί,  καί ο κάβος τής εκκλησίας τού 15χαντζιράδου τό άλλο. τώρα στοχάζομαι οπού ζητούν αυτοί εις 16παρόμοιους καιρούς σκάνδαλα, λοιπόν παρακαλώ τήν 17εκλαμπρότητά της, νά τούς προστάξης τούς σκανδαλοποιούς διά 18νά δώσουν τό κλειδί, νά υπάγουν νά κάμουν τήν εορτήν τού α-19γίου, διά νά μήν ακολουθήση κανένας καυγάς, καί ύστερον 20νά μήν έχομεν ημείς τό αναμεταξύ μας παράπονα. λοι-21πόν διά νά λείψουν τά σκάνδαλα, ας γένη 22ως σάς γράφω καί σάς παρακαλώ. καί νά έχωμεν τήν α-23πόκρισίν της εγγράφως. επί τούτου στέλνω καί τόν όμοιον πρω-24τοπαπάν καί σάς φέρνη τό παρόν μας, διά νά σάς ειπή καί ό-25λα τά πάντα καταλεπτώς εκ στόματος. ταύτα μέν, τά δέ έτη τής 26εκλαμπρότητός της είησαν θεόθεν πλείστα καί πανευτυχή:

 

27τής εκλαμπρότητός σας όλος    1789 Ιουλίου 26:

 

28πρόθυμος καί εις τούς ορισμούς + ο Τίνου Νείλος.

 

Στο φ. 42v, η διεύθυνση του παραλήπτη:

 Τω εκλαμπροτάτω κυρίω κυρίω αυθέντη

 μονσινιόρ βισέντζω τής Τήνου πανευτυχώς.

 Εις κουσουνάραν.

 

Σημειώσεις

Στιχ. 5: Δε μου είναι γνωστό το όνομα του πρωτοπαπά, που θα πρέπει να ήταν και εφημέριος του Απεργάδου. Είναι χαρακτηριστικό, πως στα 1807 βρίσκομε στο ίδιο χωριό κάποιον «Μάρκο του Πρωτόπαπα» (Δρόσος Δρ., Ιστορία, σ.454).

Στιχ. 10-11: Με την έκφραση «κατά την παλαιάν συνήθειαν», θα μπορούσαμε να εννοήσουμε δυο ξεχωριστά πράγματα: α. το παλαιό ημερολόγιο (σύμφωνα με το οποίο θα τελούσαν τη γιορτή του Αγ. Παντελεήμονα οι ορθόδοξοι του Απεργάδου, ενώ οι καθολικοί του Χατζηράδου θα την είχαν τελέσει 11 μέρες νωρίτερα) και β. το παλαιό έθιμο της «κοινής λατρείας» μέσα στην ίδια εκκλησία.

Στιχ. 11-13: Τα ονόματα που αναφέρονται απ’ τον Νείλο ως συνοδοί του στην επίσκεψη που έκαμε στον De Via μετά τον Οκτώβριο του 1787 (βλ. προηγούμενο έγγραφο), πρέπει να ανήκουν σε προκρίτους της Χώρας. Θα μπορούσαμε να ταυτίσουμε τους δυο πρώτους με τον Ζωρζάκη Γεωργαντόπουλο και τον Αλεβίζο Καλαύρια ή Λογοθέτη (Δρόσος Δρ., Ιστορία, σ. 61). Το τρίτο πρόσωπο, μας είναι δύσκολο να το ταυτίσουμε με κάποιο από τους γνωστούς προκρίτους.

Στιχ. 14: Με τη λέξη «κάβος» εννοούσαν, στις καθολικές αλλά και στις ορθόδοξες ενορίες, εκείνον που είχε τη φροντίδα για την κτηματική περιουσία της ενορίας, που ήταν δυνατόν να συμπέσει και να είναι και ο επίτροπος του ναού.

Σημείωση. Δυστυχώς, η συμφωνία των δυο αρχιερέων ήταν καταδικασμένη απ’ τη γέννησή της, αφού ούτε τα ποίμνιά τους δεν την σεβάστηκαν (οι καθολικοί, σύμφωνα με την παρούσα επιστολή του Νείλου και οι ορθόδοξοι, εκ των πραγμάτων, αφού πήραν την εκκλησία για τον εαυτό τους και μόνο) ούτε ήταν σύμφωνη με τις αποφάσεις των εκκλησιαστικών τους κέντρων. Ας σημειωθεί πως σε τούτη την επιστολή, όπως επίσης και σε μια άλλη του αρχιεπισκόπου Νείλου της 6 Αυγούστου 1776 (ΑΚΤ, φάκ. 27, εσ. 4,φφ. 33-34, που δε δημοσιεύεται εδώ), σώζεται η σφραγίδα του σε βουλοκέρι, σε αρκετά καλή κατάσταση και όπου διακρίνονται η επισκοπική μίτρα πάνω από το σώμα ενός πουλιού, οι λέξεις «ΤΙΝΟΥ ΝΕΙΛΟΣ» και το έτος της εκλογής του, μέσα σε πλαίσιο, 1773.

 

ΚΑ΄

Επιστολή του επισκόπου Τήνου Ιωσήφ Tobia, προς τον ορθόδοξο αρχιεπίσκοπο Τήνου Νεόφυτο, όπου του αναφέρει για ταραχές που συνέβηκαν στους Αγίους Αναργύρους στον Κέχρο. Δοκίμιο. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά απ’ το ΑΚΤ, φάκ. 27, εσ. 4, φφ. 47-48.

 

Πρωτότυπο     (Ξινάρα), 9 Ιανουαρίου 1798

 

Πανγεροτατε μετροπολιτι 2Δεσποτα. 3Τιν απερασμενιν Κιργιακιν μου 4ανεφερεν ο εφιμεριος του χοριού κέχρου, 5οτι ένας ιερεύς από τούς εδικούσας ετόλμησεν 6νά διναστέψει τήν πόρταν τής εκκλισήας τών θείων 7Μαρτήρων Αγήων Ανεργήρων μέ συντροφίαν αν-8θρώπων, καί μεγάλην σύνχισιν. ημείς τό το ε-9βαροπιάσαμεν διά τήν ατημίαν τών Αγίων 10οπού εκάμασει, καί όχι ημάς, μάλιστα οπού 11ετήχινεν νά συντρέξουσει εις ημάς αν 12άλλοι τούς εμπώδηζαν καί εδισκόλευαν. λο-13γιάζωμαι, πώς αυτό νά εγηνεν χόρης εδηκην-14σας γνώμην, εστονταςμας γνοστο, οτι αγαπάτε 15πολλά τήν ισηχείαν, καί ηρήνην. εμείς ε-16στοντας καινούροι δέν κατέχωμεν, αν επ’ 17αληθείας εις αυτήν τήν Εκκλισίαν εχετε 18δικαιόματα. οι άνθρωποι οπού αγαπούσει 19νά ενοχλίζουν, μηνευγουσει τόν τρόπον νά σιν-20χίζουν τα δύο ριτά. μάς φαίνεται πως 21(φ. 47v) ως φίλοι οπού εγνωριστήκαμεν, πρέπει φι-22λικά νά στοχαστούμεν τήν υπόθεσιν, καί ετζι 23διά τήν φιλίανμας, καί τιμήν τών ριτών μάς 24εφάνηκεν νά είναι χρεαζομένο νά συνφωνή-25σωμεν οι δύο, καί νά αποφασίσωμεν μία φορά 26διά πάντα απάνω εις τούτταις ταίς υποθε-27σαις, και ετζι νά ηξεύρωμεν πίες είναι αι ε-28δικαίσμας εκκλίσιαις, καί πίαις αι εδηκαίσμας, 29διατί δέν αγαπώ νά εχω ταίς εδικαίσας, 30καθού λογιάζω, νά μή εθέλετε και τουλό-31γουσας ταίς εδηκαίς σας. όθεν εις τουλόγουσας 32 είναι ν’ αποφασίσετε τήν ημέραν, καί τόπον. 33ωστόσον μού φαίνεται πρεπόν νά πεδέψετε 34τόν φτέστην διά τήν υβρησίαν τών Αγίων εως 35οπού νά ηδούμαι τήν υποθεσήν μας, καί ακριβώς 36χαιρετώντασας προσμένω τήν απόκρησήνσας, 37καί μένω όλλος εδικόσας

 

 38Τής πανιεροτιτάτησας

 39από τήν Επισκοπηκήν κατηκίαν 9 Γενναρίου

 401798  

 41A suo piacere

   42F. Giusepe Maria Tobia.

 

Σημειώσεις

Στιχ. 4: Εφημέριος του Κέχρου, στα 1798, ήταν ο ιερέας Ιωσήφ Κοττάκης.

Στιχ. 5: Από τον στίχο αυτό, αρχίζει άλλη γραφή. Οι προηγούμενοι στίχοι προέρχονται από το χέρι του μελλοντικού επισκόπου Τήνου Ιωάννη Κολάρου (1818-1826). Η γραφή που συνεχίζει δε γνωρίζω από πιο χέρι προέρχονται.

Στιχ. 6-7: Η εκκλησία των Αγίων Αναργύρων ανήκει σήμερα στην καθολική ενορία του Κέχρου και χρησιμεύει ως ενοριακό κοιμητήριο. Όπως και τότε, έτσι και σήμερα, την εκκλησία αυτή την ευλαβούνται πολλοί χριστιανοί και των δυο δογμάτων.

Στιχ. 16: Ο επίσκοπος Tobia μόλις είχε συμπληρώσει χρόνο στην Τήνο.

Στιχ. 17-18: Όπως φαίνεται από τα κατοπινά έγγραφα, οι ορθόδοξοι διεκδικούσαν κάποια δικαιώματα σ’ αυτήν την εκκλησία, επειδή στο παρελθόν ήταν διπλής λατρείας. Εκείνο που δε μπορεί να αποδειχτεί, είναι αν είχαν δικαιώματα ιδιοκτησίας.

Στιχ. 20: «ριτά», δηλ. δόγματα (βλ. και στιχ. 23)

Στιχ. 26-27: Δηλαδή, πάνω στην ιδιοκτησία και στο δόγμα των εκκλησιών που κάποτε υπήρξαν διπλής λατρείας.

Στιχ. 28: Αντί για «εδηκαίσμας», πρέπει να εννοηθεί «εδηκαίσας».

Στιχ. 31: Αντί για «εδηκαίσας», πρέπει να εννοηθεί «εδηκαίσμας».

Στιχ. 41-42: Οι ιταλικές λέξεις και η υπογραφή, είναι από το χέρι του Tobia.

 

 

ΚΒ΄

Επιστολή-απάντηση του αρχιεπισκόπου Νεοφύτου, προς την προηγούμενη επιστολή του επισκόπου Tobia, σχετικά με την υπόθεση της εκκλησίας των Αγ. Αναργύρων, στον Κέχρο. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά απ’ το ΑΚΤ, φάκ. 27, εσ.4, φφ.45-46.

 

Αυτόγραφο      (Τήνος), 29 Δεκεμβρίου 1797

 

Την υμετέραν εκλαμπρότητα αδελφικώς ασπάζομαι:-

2Αποκρινόμεθα εις ένατις γράμμα, οπού μάς εστείλετε μέ χέρι κονσόλου φραντζέζου, εις τό οποίον μάς φανερόνετε τά όσα 3τής εδηλοποίησεν ο εφημεριόςτης χωρίου κέχρου. οτι ένας εδικόςμου ιερεύς ετόλμησε δυναστικώς νά ανοίξη τήν πόρτα τής αυ-4τής εκκλησίας τών αγίων αναργύρων οπού είναι εις τό αυτό χωρίον. μέ συντροφίαν αρκετών χριστιανών, μέ μεγάλην 5ταραχήν. εις τά οποία θαυμάζω οπού δέν τής έδωκε τήν ακριβή καί αληθηνήν παράδοσιν, πώς ηκολουθησεν αυτήν η υπόθεσις. 6επειδή όλη η αλήθεια είναι αυτή. τήν απερασμένην τετράδην επήγεν έναςμου ιερέας εις τήν ειρημένην εκκλησίαν 7τών αγίων αναργύρων νά λειτουργήση κατά τήν παλαιάν συνήθειαν, καί ευρίσκονται τήν εκκλησίαν κλεισμένην, ηρώτη-8σε τόν επίτροπον τής αυτής εκκλησίας, πού είναι τό κλειδί, καί τού απεκρίθη, ότι ο νάτζιος περπίνιας βαστά το κλειδί. δεν έλει-9ψεν ο ιερέας μου να ανταμώση τον νάζιον, και να του ζητίση το κλειδί, καί τού απεκρίθη, ότι είναι προσταγμένος από τόν μονσινι-10όρ νά μήν δώση τό κλειδί, επειδή δέν δέχεται εις τό εξής νά λειτουργείται εις αυτήν τήν εκκλησίαν, ακούωντας αυτά ο ιερέ-11αςμου έφυγεν. τήν δέ απερασμένην κυριακήν επείγεν άλλος ιερεύς από τά δύω χωρία, μέ μερικούς χριστιανούς οπού 12είχαν τάξιμον νά λειτουργήσουν εις τούς αγίους αναργύρους, καί ηύραν τήν εκκλησίαν πάλιν κλειδομένην, οι οποίοι ζητώντας τό 13κλειδί τής εκκλησίας, δέν τούς τό έδωκαν, αλλά τούς απεκρίθη ο εφημέριοςσας καθώς, καθώς καί ο άνωθεν νάτζιος. διά 14τούτο άνοιξαν τήν πόρταν, καί εμβήκαν μέσα εις τήν εκκλησίαν, όμως επήγε πάλιν ο ιερέαςσας, καί δέν άφησεν τούς 15εδικούςμου νά λειτουργήσουν. αυτή έγινε γνωστή εις ημάς, από μίαν αναφοράν οπού μού εστάθη, από όλους τούς ιερείς, 16καί χριστιανούςμου τών περιχόρων τής αυτής εκκλησίας, εις τήν οποίαν μού περιγράφουσι τά όσα ηκολούθησαν, 17καί τήν μεγάλην αδηκίαν οπού τούς γίνεται. από τόσων χρόνων εκκλησίαν εις τήν οποίαν ελειτουργούσαν οι ρωμαίοι, νά ζητούν 18τώρα οι λατίνοι νά τούς αποξενώσουν. διά τήν οποίαν αναφοράν έκραξα τούς άρχοντας τής επαρχίας μας, καί τούς εφανέρωσα 19τήν τρέχουσαν υπόθεσιν, τό οποίον εφάνη εις όλους κακόν κίνημα. δέν ελείψαμεν νά κράξωμεν εις τήν επισκοπήν μας, 20καί τόν σιόρ νικολάκην βιτάλε, καί τόν σιόρ τζορτζάκη διασκούφην, διηγούμενοι καί εις αυτούς τήν αυτήν υπόθεσιν, δείχνωντάςτους 21καί τήν αναφοράν, οι οποίοι μάς απεκρίθηκαν ότι δέν έχουσι καμμίαν είδησιν περιτούτου, μάλιστα απεκρίθησαν ότι πρέ-22πει νά φυλάττεται η παλαιά συνήθεια διά νά μήν ακολουθήσουν σκάνδαλα. λοιπόν συμφώνως εύρωμεν εύλογον νά 23σάς γράψωμεν, κάι στείλωμεν καί τήν αναφοράν, διά νά ειδούμεν, άν μέ τήν ανδειάνσας εμπόδισεν ο νάτζιος τούς ιερείς 24μου, και εις καιρόν οπού τά είχαμεν έθιμα νά τά στείλωμεν, βλέπομεν τό γράμμασας. λοιπόν πρέπει νά βεβαιο-25θήται ότι ημείς δέν αγαπούμεν συγχίσεις καί ταραχάς, μέ τό κίνημα καί κράξιμον ως άνωθεν γράφωμεν τών δύω λατίνων, 26καί τούς εκοινολογήσαμεν τά συμβάντα, οι οποίοι θέλουσιν νά ακολουθή η παλαιά συνήθεια, καί νά λείψωσιν τά σκάνδαλα, 27πρός τούτοις γράφεται νά πεδευθή ο ιερέαςμου, τού οποίου γίνεται αδικία μεγάλη, μάλιστα πρέπει μέ δίκαιον τρόπον, νά 28πεδευθή ο νάτζιος, οπού εκινήθει εις ένα παρόμοιον πράγμα καί εμποδίση τόν ιερέαν μου, χωρίς τήν αδιάνσας. 29(φ.45β) πλήν τόσον η εκλαμπρότητάτης όσον καί εγώ είμεθα νέοι αρχιερείς, καί δέν πρέπει νά αναιρούμεν τήν παλεάν συνήθειαν. 30πρίν νά έλθω εγώ εις τήν τίνον επίσκοπος, αρχιεράτευσαν εδώ έξ αρχιερείς τών ρωμαίων, ίσως καί άλλοι τόσοι τών λατί-31νων, οι οποίοι άφηναν τούς ρωμαίους νά λειτουργούν εις τούς αγίους αναργύρους μέ διάφορα αφιερώματα, λοιπόν 32τώρα πώς ημπορούμεν νά τούς εμποδίσομεν. μάς γράφετε ακόμι πώς αγαπάτε νά ανταμωθούμεν, 33διά νά συνομιλήσωμεν, περί τής αυτής υποθέσεως, εις τό οποίον τής αποκρίνομεν, ότι αν αγαπάτε ορίσετε εδώ εις 34τήν χώραν, οπού είναι οι παλαιοί προεστώτες, τόσον από τούς εδικούςμας, όσον καί απέ τούς εδικούςσας, καί συνομιλούμεν 35περί τής αυτής υποθέσεως, ταύτα μέν χάρην αποκρίσεως, επομένως νά λάβωμεν καί ημείς απόκρισίντης:- “1797 δεκεμβρίου 29:

  36Τής ημετέρας εκλαμπρότητος

  37 όλος εις τούς ορισμούς της

   39ο Τίνου Νεόφυτος:-

 

Στο φ. 46v, η διεύθυνση του παραλήπτη:

“Τω εκλαμπροτάτω καί προσφιλεστάτω μονσινιόρε Τίνου κυρίω

κυρίω γισέπου:- ασπασίως:-

 

Σημειώσεις

Στιχ.2: Πρόκειται για απάντηση στην επιστολή του Tobia που δημοσιεύσαμε παραπάνω (έγγραφο ΙΑ΄). Για το θέμα της ημερομηνίας, βλ. τη σημ. στο στιχ.36. Ο Γάλλος πρόξενος στην Τήνο, εκείνη την εποχή, ήταν μάλλον ο Αντώνιος Estoupan, το όνομα του οποίου παρουσιάζεται σ’ αυτή τη θέση τα αμέσως επόμενα χρόνια (ΑΚΤ, φακ.26, εσ. 1, φ.90).

Στιχ.11: Όπως σημειώνεται και αλλού, οι μεγάλες φιλονικίες για την εκκλησία αυτή συνέβηκαν ανάμεσα στους καθολικούς του Κέχρου και τους ορθοδόξους των Δυο Χωριών (ΑΚΤ, φακ.19, φ. 170).

Στιχ.18: Με την έκφραση “άρχοντας της επαρχίας μας”, εννοεί τους προκρίτους (ορθοδόξους) της Χώρας.

Στιχ.19-20: Ο Νικολάκης Βιτάλε και ο Τζωρτζάκης Διασκούφης ήταν οι δυο καθολικοί πρόκριτοι της Χώρας, που αρκετές φορές κάλυψαν και τη θέση του προεστού της Κοινότητας της Τήνου (βλ. Δρόσου Δρ., Ιστορία,  σ.76).

Στιχ.23: Το κείμενο της αναφοράς των ορθοδόξων λαϊκών και ιερέων, που απευθυνόταν προς τον ορθόδοξο αρχιεπίσκοπο και προς τους “άρχοντες”, το έστειλε τελικά (σε αντίγραφο) ο Νεόφυτος προς τον Tobia (ΑΚΤ, φακ.9, εσ. 4, φ. 51), χωρίς τις υπογραφές των διαμαρτυρόμενων και με χρονολογία αρκετά περίεργη: 26 Δεκεμβρίου 1798. Αν υποθέσουμε πως γράφτηκε “1798” αντί για “1797”, τότε αυτή η αναφορά γράφτηκε 3 μόλις μέρες πριν την επιστολή του Νεόφυτου, δηλ. στις 6 Ιανουαρίου 1798, σύμφωνα με το νέο ημερολόγιο (για να μπορέσουμε να το συνδυάσουμε και με το γράμμα του Tobia). Οπότε και ο Νεόφυτος έγραψε στις 9 Ιανουαρίου, κατά το νέο, δηλ. την ίδια μέρα που του έγραψε και ο Tobia. Για την αφαίρεση των 11-12 ημερών στην ανεύρεση της σωστής μέρας από το Ιουλιανό στο Γρηγοριανό ημερολόγιο, βλ. Μαθήματα ιστορικά και μαθηματικά περί Χρονολογίου, παραδεδομένα το 1834 εις τινας της Αστρονομίας εραστάς. Εκλεχθέντα δε παρά τινος Ανωνύμου Εν Ερμουπόλει, εκ της τυπογραφίας Κ. Δημίφου και Γ. Α. Μελισταγούς, 1835 σ.15. Ας σημειωθεί, πως συγγραφέας αυτής της μικρής πραγματείας, είναι ο επίσκοπος Τήνου Γεώργιος Γαβινέλλης (1826-1842) που πριν την επισκοπική του εκλογή δίδασκε σχετικά μαθήματα στους μαθητές του ιεροσπουδαστηρίου της Ξινάρας.

Στιχ.30: Η διαβεβαίωση αυτή του Νεόφυτου για τον ακριβή αριθμό των προκατόχων του στον ορθόδοξο θρόνο της Τήνου, είναι μεγάλης σπουδαιότητας, προκειμένου να συνταχθεί ο ακριβής κατάλογος των ορθοδόξων αρχιεπισκόπων του νησιού, από το 1715 και μετά.

Στιχ.32-35: Δε γνωρίζω αν, τελικά, πραγματοποιήθηκε αυτή η συνάντηση των δυο αρχιερέων με τους προεστούς, στη Χώρα, για να βρεθεί μια τελική λύση στο πρόβλημα των εκκλησιών διπλής λατρείας. Εκείνο που είναι βέβαιο, είναι πως οι διαμάχες γι’ αυτές τις εκκλησίες συνεχίστηκαν και αργότερα (βλ. έγγραφο ΚΕ΄), μέσα στα πλαίσια της έντονης πολιτικής και κοινωνικής διαμάχης που ταλαιπώρησε το νησί.

Στιχ. 35: Δε γνωρίζω αν ο επίσκοπος Tobia έστειλε απάντηση.

Στιχ. 36: Όπως σημείωσα και παραπάνω, η επιστολή αυτή του Νεόφυτου γράφτηκε μετά την επιστολή του Tobia (έγγραφο ΚΑ΄), όπως διαφαίνεται χωρίς δυσκολία από το κείμενο. Η σύγχυση των ημερομηνιών προέρχεται από το γεγονός ότι οι καθολικοί ακολουθούσαν το Γρηγοριανό ημερολόγιο, ενώ οι ορθόδοξοι το Ιουλιανό. Έτσι, πρέπει να συμπεράνουμε, σε συσχετισμό μ’ όσα σημειώσαμε στο στιχ. 23, πως την ίδια μέρα που έγραψε την επιστολή του ο Tobia, την ίδια μέρα την έλαβε ο παραλήπτης του και την ίδια μέρα συντάχθηκε η απάντηση, η οποία συνοδευόταν απ’ το αντίγραφο της αναφοράς των ορθοδόξων.

Σημείωση. Στο φ.46v, όπου είναι και η διεύθυνση του παραλήπτη, διασώθηκε αρκετά δυσδιάκριτη η προσωπική σφραγίδα του Νεόφυτου, πάνω σε βουλοκέρι. Διακρίνονται : η επισκοπική μίτρα με τα γράμματα ΝΦΤΣ, δυο όρθια λιοντάρια απ’ τις δυο πλευρές του θυρεού του (που δεν διακρίνεται) και στο κάτω μέρος ΤΙΝΟΥ. Υπάρχει και ένα κενό, όπου ήταν γραμμένη η χρονολογία της εκλογής του, αλλά δε διακρίνεται.

 

ΚΓ΄

Επιστολή-διαμαρτυρία των καθολικών κατοίκων της Καρδιανής προς τον επίσκοπο Tobia, για να μεσιτέψει στον αρχιεπίσκοπο Νεόφυτο να μην αφορίσει κάποιο ορθόδοξο, Ιωάννη Βιδάλη, που είχε γίνει καθολικός. Στην επιστολή αυτή διακρίνεται σ’ όλη της την έκταση η προβληματικότητα των αλλαγών δόγματος. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά απ’ το ΑΚΤ, φακ. 27, εσ. 4, φφ. 49-50.

 

Αυτόγραφο      Καρδιανή, 10 Απριλίου 1798

 

Εγλαμπροτατε καί Ενδεσιμότατε Μονσινιορε

2Σας εφανεροσαμε τες περασμενες ιμερες δια μεσου του καπελανομας 3οτι ο δεσποτις ο ρομεος ιχεν στιλι αφορισμον εναντιο εις τον 4Γιαννι Βιδαλι νεο μιταστρεμενο εις την Καθολικι πιστιν και σας 5επαρικαλουσαμεν να ποθισετε κοντα εις τον ομιο Δεσποτιν να μην 6γιενί αφτο το κεντριο πραμα, διοτι ιθελεν ινε ιτια πολις σκαντα-7λοσις και ενοχλισις. Ι Εγλαμπροτιτασας αποκρινοστε να μην στενοχο-8ρουμαστεν δια παρομιους αφορισμους κε να ιμεστεν ισιχα αν σας αγα-9πουμε. Αμι ας ινε εις ιδικινσας οτι παρομοιο πραμα ποτε δεν εγι-10νεν εις τούς περασμενους κερούς ουτε δια τους ρομεους οπου εγιναν Κα-11θολικούς και ι δεσποταδες οποτε δεν ελαλισασι, ουτι δεν τους Καθολικους 12οπου εγινεν ρομεος εμιλισεν ποτέ ο Καθολικός Επισκοπος, αμι 13ιτανε παντα ελεφτερια μεγαλι εις ετουτα τα πραματα κατά τον 14νομον του βασιλεαμας. Εμις ενθιμουμαστεν Καθολικούς οπου εγιναν 15ρομεγι ενα πλιθος μεγαλο και αν οριζετε ιδού και τα ονοματατους: 16Νικολαος Πενέ, Γιακοβος Πενέ, φρανκισκα γινεκα του Γιακομου 17σιριανου, Πενάρδος Πενές, Νικολός Πενές, Μαρκος σερπεντινι, 18Μαρια Πεγινα, Γιακοβος Κολατι, Μαρκος της Αγγελιτας Μαρ-19μαριτης, Μαργατιτα σταβερινα, ζανε Απεργι σκουλό με τα πεδια του 20φρανζεσκο, Γιαννι, Γιοργο και Περο, Μαργαριτα γινεκα του 21Νικολα Χαντζερι, βιολατα γινεκα του στεφανι τελατολα Μαρι-22να γινεκα του του Νικολα Μογιτες μαρια της Καγτινας Μαρινα του 23Καγιτου Μαρουλα του Κιμεντα, Μαργαρτία του Κεμενατα φρανσεσ-24κο φιλιππουζο Μαρκος βιδαλις, Νικολα τελατολα, Ατονιο 25(φ.49β) βιδαλις, Νικολός Μαρκουγισεις φραντζεσκος Απεργις σκολος Γιαννις του 26φρανζεσκο Νικολού, Μαρινα και Μαρουλα του Μαντελενι, Αγγελετα 27του στεφανιού ζανε Μαρκουγιζι, Μαρούλατου Αλβιστου, Νικολα φοσκολο, Ζαννις Αμιραλις, Γιοργις τελατολας, Αφτι ολι εγιναν ρο-28μεγι δια να παντρεφτουσι και ι Επισκοπι ποτέ δεν τους εφο-29ρεσανε, πως τολιπον ο δεσποτις θελι να εβγαλι τορα την 30ελεφτερια τον ανθροπον και να καμι εκινο οπου αλι Δεσπο-31ταδες δεν εκαμασι; δεν το κατεχετε ι Εγλαμπροτισασας, πως σ’ 32ενα χοριό οπου ινε ανεκατεμενι Καθολικι κε ρομεγι με πολές 33γινιες το εναμεταξιντους ενα παρομιο πραμα εχι να μας 34φερι ενοχλισες μεγαλες. Ετουτος ο αφοριμος ακομι δεν εδιαβα-35στικεν, αμι αν διαβαστικαθου φανερονι ο εφιμεριος παπάς πως θελι τον διαβασι το πλεον αψά εχι γιενί μεγαλι ανεκατοσι 37οστοσον ασε ινε εις ιδισινσας οτι αγρικουμε τον εβγαλασι απο την Εκ-38κλισια. Την μιτερα του Γιαννι αγγαλά και καθολικι με διναστια 39την επιρασι εις την Εκκλισιαντους και την εφοβερισανε οτι αν κο-40τισι και ερθι εις την Εκκλισια την εδικινμας ακομι δια να κά-41μι το πασκαλετις θελουν την σκοτοσι κε αφτι θρενι και κλεγι 42και καρτερά βογιθια απο την Εγλαμπροτιτανσας. Πλιν ο εφι-43μεριος που εχουσι αφού ενταμοσεν τον δεσποτι ανοχλιζι τους ρομεος και εις την Εκκλισια, και εις τα σπιτιαντους εναντιο εις τους Καθολι-45κους και ενοθικεν με ενα καπιο Μαρκο, Αβραμ και Γιαννι του 46παπα Νικολα και δεν καμουσι αλο, ιμι μονο να βλαστιμουνε 47εναντιο εις την πιστινμας ακομι μεσα εις τους δρομους. Εμις δεν 48εχομε αλο ονομα παρά αβαφτιστι, ι παπαδες μας κακοπιγι 49ανθροπι, τα μιστιριαμας του κακου και εθνικα πραματα. 50(φ.50α) Δεν εμποριτε να καταλαβιτε το στασιμου του χοριουμας παρα 51οταν προσοπικός ιθελετε εδο εβρεθι. σάς παρικαλουμεν το λι-52πον, αν αγαπταε εμας και την πιστινμας να βαλετε το γλιγο-53ροτερο καμια διορθοσι και ος τοσον απογραφομαστεν.

54ζανις Βιταλις

55ζορζος στιλιαρας

56μαρκος απεργις

57ζορζος κιπονις

58φραζεσκος σταναριδις

59Παβλι Αμεραλι

60Γιοργι Τελατολας

61Γιαννις Κιμεντας

62Γιοργις Κιμεντας

63Νικολας Απεργις

 64Ολι εμις με ολος τους επιλιπους του χοριουμας σας παρικαλουμε να μας 65λιπιθιτε και να βαλετε καμιαν διορθοσιν.

66Καρδιανη 10 Απριλιου 1798

67Illustrissimo e Reverendissimo Mon Signore la soplichiamo anche noi Sacerdoti ad esa- 68minare la suplica e mettere riparo

69Giorgio Apergi Cappelano

70Giorgio Marcoisi Sacerdote

 

Σημειώσεις

Στιχ.16-27: Δυστυχώς δεν ήταν εύκολο να εντοπίσω κάποιο στοιχείο ταυτότητας όλων αυτών των ατόμων στο ενοριακό Αρχείο της Καρδιανής. Στο βιβλίο Ι Βαπτίσεων μπόρεσα να βρω την ημερομηνία βάπτισης μερικών απ’ αυτούς:

Φραγκίσκος Απέργης του Ιωάννη (1/11/17766) : φ.6α

Γεώργιος Απέργης του Ιωάννη (27/5/1773) : φ.8α

Φραγκίσκος Φιλιππούσης του Γεωργίου (13/9/1763): φ.5α

Μάρκος Βιδάλης του Γεωργίου (10/3/1771): φ.7α

Νικόλαος Δελλατόλας του Πιέρου (9/10/1761): φ.4β

Φραγκίσκος Απέργης του Νικολάου (25/12/170): φ.6β

Ιωάννης Αμιραλής του Ιωάννη (23/1/1758): φ.3β

Γεώργιος Δελλατόλας του Ιακώβου (28/5/1761) : φ.4β

Στιχ. 41: «πασκαλετις», δηλ. την πασχαλινή της υποχρέωση για εξομολόγηση και κοινωνία, που ήταν υποχρεωτική τουλάχιστο μια φορά το χρόνο, ακριβώς στην περίοδο του Πάσχα.

Στιχ. 54-63: Όπως μπορεί να συμπεράνει κανείς, όσοι υπογράφουν, είναι συγγενείς εκείνων που αναφέρονται πως από καθολικοί έγιναν ορθόδοξοι.

Στιχ. 67-68: Η μετάφραση της ιταλικής φράσης που υπόγραψαν οι δυο καθολικοί ιερείς του χωριού, είναι η εξής: Εκλαμπρότατε και αιδεσιμώτατε επίσκοπε, σας παρακαλούμε και εμείς οι ιερείς να εξετάσετε την παράκληση και να δώστε διόρθωση. Γεώργιος Απέργης, εφημέριος.  Γεώργιος Μαρκουίζος ιερέας.

 

 

ΚΔ΄

Επιστολή του καπουκεχαγιά της Τήνου στην Πόλη, Αποστόλη Παππά προς τον αρχιεπίσκοπο Τήνου Νεόφυτο, σχετικά με τις διχόνοιες που έχουν σημειωθεί στο νησί, ανάμεσα στους πιστούς των δυο δογμάτων. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά απ’ το ΑΚΤ, φακ. 27, εσ.5, φφ. 8-9.

 

Αυτόγραφο    Κωνσταντινούπολη, 6 Φεβρουαρίου 1799

 

Τήν πανγεροτιτης προσκινο.

 

2Ο Ιλλουστρισιμος Μονσινιορες Κύριος, Κυριος Γιουζεπε Τοβιας, εχι αρκετα 3παραπονεματα, προς εςας, καί μας κακοφενετε, οπου επρεπε, ως 4κεφαλι των δυων Εκλισιων να σοζετε εν το μεςοςας, μια καθαρα 5αγαπη, καταπώς ο Κυριοςμας μας τολεγει με το αγιοτου στομα. 6δια τουτο η παρούσαμας, ερχετε με τόν ειδιον, και πρεπι να αφι-7κετε, αν ησος και εβρισκονται τιποτες λιψανα ψιχροτιτως, και να 8πιμενετε, και οι δυοςας καθεις το πνιμιοντου, καθως ειναι χρεος-9τις ο καθεϊςας : πρεπει να παρανγελετε τους ιερις, δια να μιν 10λαλουν καταφτου, οςαν οπού καθως ειςτε η Πανγεροτιςας με μπερατι 11βαςιλικο, ειναι καί η Ιλλουςτριςιματου, διατουτο παρανγελει και ο 12ειδιος εις τους ιερειςτου, καμιαν φοραν ακολουθουν εις τον κινων 13λαων των δυωνων γενων μικρα σκανδαλα, πρεπει και οι δυιο 14ςας να τα ςιμπιβαζεςθε, δια να μιν μενει ψιχροτις, Και 15καμιαν φοραν, ας γινεται, και παραβλεψις μιν παρα-16τιρονται μικροπροςιλογια. Οθεν οταν ακουομεν, πώς εχετε 17εν το αναμεταξιςας αγαπη, και ηρινιν, τοσον και ειμις χερομες- 18θεν, διοτι καμιαν φοραν, απο μικρα πραγματα, γενατε 19ενα σκανδαλον, και ημπορει να προξενα πολι κακον, οπου 20εις τον παροντα καιρον δεν ςινφερνοντε παρομια πραγματα. 21Λιπον μενομεν προσκινονταςας με όλο το ςεβας, δια να 22ομολογομεστεν.

 

23Της πανγεροτιςας

 24Εν Κοςταντινοπολι 6 φλεβαριου 1799

 

 25Ταπινος δουλος

26Αποστολις παππας  

 

Στο φ. 9v, η διεύθυνση του παραλήπτη:

Τω πανιερωτατω αγιω τω Κυριω, Κυριω

Νεοφιτω τω σεβασμιωτατωμας δεςποτι

Προςκινιτος

Εις Τινον

 

Σημειώσεις

Ο Αποστόλης Παππάς ήταν ο καπουκεχαγιάς της Κοινότητας της Τήνου στην Πόλη, τα τελευταία χρόνια του ΙΗ΄ αιώνα μέχρι το 1805, όταν αντικαταστάθηκε από τον Κήρυκο (βλ. Δρόσος Δρ., Ιστορία, σ. 88) μέσα στη γενική σύγχυση της διαίρεσης της Κοινότητας. Μπορούμε να συμπεράνουμε απ’ όσα μας αφήνει να καταλάβουμε ο Δρ. Δρόσος, αλλά και από τις επιστολές του Φρ. Γεωργαντόπουλου (ό.π., σ. 300-310), πως ο Απ. Παππάς έκλινε υπέρ του κόμματος του Γεωργαντόπουλου.

Στιχ. 2: Ο επίσκοπος Ιωσήφ Tobia, βρισκόταν στην Πόλη τους τελευταίους μήνες του 1798 και τους πρώτους του 1799, οπότε και συνάντησε τον Απ. Παππά και του παρουσίασε τα παράπονά του για τη στάση του αρχιεπισκόπου Νεοφύτου. Το πιθανότερο είναι, πως το ταξίδι του στην Πόλη αποσκοπούσε στην έκδοση του μπερατιού του σουλτάνου με το οποίο αναγνωρίζονταν καθολικός επίσκοπος του νησιού (πρβλ. και στιχ. 10-11). Τον Απρίλιο του 1799 βρισκόταν στην Τήνο, απ’ όπου έγραψε και μια επιστολή στην ΙΣΔΠ, στη Ρώμη (20 Απριλίου 1799) και ανέφερε την επιστροφή του στην έδρα του, χωρίς να δίνει πολλές λεπτομέρειες για το ταξίδι του αυτό (ΑPF, SC Arcipelago, τομ. 28, φ.129). 

 

 

ΚΕ’

Επιστολή του επισκόπου Tobia προς τον αρχιεπίσκοπο Νεόφυτο, με την οποία διαμαρτύρεται για την κλοπή της εικόνας των Αγ. Αναργύρων, απ’ το γνωστό εκκλησάκι του Κέχρου, απ’ ορθόδοξους του χωριού Αρνάδου. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά απ’ το ΑΚΤ, φακ. 27, εσ. 4, φ. 56-57.

 

Δοκίμιο      Ξινάρα, 20 Μαϊου 1799

 

Τόν πανιερότατον Δεσπότιν ακριβώς ασπαζώμεθα.

2Διά νά μήνει η καλή αρμονία, δέν λέγω πρός αλλήλουσμας, διατί τού- 3το θέλει έσται πάντοτες, αλλά μεταξύ ρομαίωντε, καί λατίνων, είμαι 4διά νά σάς διαγράψω τό κακούργημα ακολουθημένον εν ψορίω Κέχρω 5διά νά τό κατορτώσετε, ως ζητεί καθήκον, καί η δηκαωσίνη. δυο 6γυνέκες από τόν αρνάδον η μία ονομαζομένη μαρούλα της ζμα-7ραγδας, η άλλη δέ σημβία τουΙάννι του παπά Κοσταντί 8εισήλθαν εις τήν Εκκλησίαν νεωστί οικοδομένη τού Κέχρου, μέ 9πρόφασην τού προσκυνήσαι τήν εικώνα τών Αγίων αναργύρων, 10εικών παλαία καμομενη από τούς λατίνους, καί εσχάτως από τούς 11ίδιους ανορθουμένη διά τού ζωγράφου Νικολάου Καππάνι από 12τά δύο χοριά έτι ζώντος, τού οπίου οί λατίνοι θέλων-13τες νά τού πληρώσουσι, ουδέν εδέχθη διά τάγμα, οπού είχε 14κάμη νά ευεργετήσει ταύτην τήν εικώνα. πρός τούτοις δέ αί 15γηνέκες ειρηαθήσαι ομμάτωσαν τήν εικώνα, καί έστοντας η Εκκλησία 16κλειστή  μένη πάτνα μέ κλιδί, εσυμβούλευσαν αυταί τούς 17λατίνους, ν’ αφήσουσι ανηκτά τά παράθυρα διά νά καλοξηρα-18θή η ναία οικοδομή: καί οί λατίνοι ομογνώμησαν. αλλά βραδέης 19κατέλαβον τόν δόλον. επιδής αυταί αί γηνέκες αφού έφηγαν 20στρέφονται πρός τό μέσσον τής ημέρας, καί διά τά παράθυ-21ρα κλέπτουσι τήν εικώνα. ταις θεωρούσι οί λατίνοι, ταίς 22κυνηγούσι, αλλά ματαίης: διατί πονηρώς, καί αφροντίστης 23προεμελέτησαν τά πάντα. επ’ αληθείας θεωρώνται πώς 24ταίς επακολουθούσαν, παραδίνουσι, τήν ειρησθείσαν εικώνα 25εις χείρας τού υιού τού Ιάννι τού Κοσταντί, όπισθεν τού 26οπίου ήταν άλλοι αρματομένοι, οπού προσέμενον τό τής 27αρπαγής τέλος.

28συλλογησθήτω η πανιερότισας αν οί λατίνοι, ή οί ρομαίοι 29είναι οί ενοχλισταί τής ηρήνης, και ισειχείας. όμως δέν μέλ-30λω παντάπασιν συντρέξει, αν δια μέσσονσας μού παραδοθή 31η εικών, καί πεδευθούσι οί τολμηροί παραβάται: η δέ καί ουκ 32απολαύσω τό ότι ζιτώ, τότε δέν ομπορώ νά μήν συντρέξω 33είς όποιους νομίζο πρέπον κατά τάς προσταγάς τών προεστώνμου.

34Ταύτα καί προσμένωντας απόκρησιν, μένω

35Τής υμητέρας πανιερότιτος   Κουτζουνάρα 20 Μαγίου 1799

36προθυμος Giuseppe Maria Vescovo Tobia

 

Στο φ. 57v, η διεύθυνση του παραλήπτη:

Τω πανιεροτάτω και εκλαμβροτάτω

Κυρίω Κυρίω Νεοφίτω Δεσπό-

τι τής νήσσου Τίνου

  Α. Νικόλαον

 

Σημειώσεις

Στιχ.8: Η πληροφορία αυτή για το κτίσιμο νέας εκκλησίας στη θέση της παλαιάς των Αγ. Αναργύρων, τοποθετεί την κατεδάφιση και το κτίσιμο μέσα στο 1798. Την ίδια χρονολογία είχαν κατεδαφίσει και την ενοριακή εκκλησία της Παναγίας και άρχισαν η ανοικοδόμηση της νέας (βλ. ΑΚΤ, φακ. 24, φ. 26-27).

Στιχ. 11: Δυστυχώς δεν έχουμε καμιά πληροφορία γι’ αυτόν τον τηνιακό ζωγράφο.

Στιχ. 28: Φαίνεται ως ρητορική απάντηση σε κάποιο ερώτημα ή επιστολή του Νεόφυτου που δε γνωρίζουμε.

Στιχ.34: Απ’ ό,τι γνωρίζουμε, ο Tobia δεν έλαβε ούτε απάντηση ούτε την ικανοποίηση που ζητούσε, γιατί στις 28 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου, γράφοντας στην ΙΣΔΠ, έδινε την πληροφορία πως για την εικόνα που του πήραν οι ορθόδοξοι από μια εκκλησία (δεν την κατονομάζει), έγραψε στον νούντσιο της Αγ. Έδρας στη Βιέννη, ώστε να ζητήσει τη μεσολάβηση του πρέσβη της Αυστρίας στην Πόλη (APF, SC Arcipelago, τμ. 28, φ. 188-189).

Στιχ. 36: Η υπογραφή του επισκόπου Tobia, είναι ιδιόχειρη, ενώ η επιστολή είναι γραμμένο απ’ το χέρι του ιερέα και μετέπειτα επισκόπου Τήνου Ιωάννη Κολάρου.

 

 

ΚΣΤ΄

Επιστολή του αρχιμανδρίτη Γαβριήλ απ’ τον Κάμπο προς τον επίσκοπο Tobia με την οποία εκφράζει τα αισθήματα σεβασμού και αγάπης προς το πρόσωπό του. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά απ’ το ΑΚΤ, φακ. 27, εσ.4, φφ. 58-59.

 

Πρωτότυπο    Κάμπος Τήνου, 6 Αυγούστου 1808

 

Τήν εκλαμπρότητά της ταπεινώς προ-2σκυνώ, ασπαζόμενος τήν δεξιάν της.

3+ χαρής, υπέρ καί άλλοτί, τόν καλόν της ερχομόν, 4ήθελα καγώ, ως οι κατ’ εμέ, νά έλθω 5νά τήν προσκυνήσω, καί νά λάβω αμέσως 6τήν ευλογίαν της. Ίνα δέ μή δώσω αιτίαν, 7εκείνοις, ούς γνώσης, έλλειψα τούτου ενταύθα 8εις τήν χώραν. διό καί διά τού παρόν-9τος μου ποιώ τούτο αυτό, ως προσκυνών αυτήν 10ως δεί, νοερώς ασπάζομαι καί κατα-11φιλώ τήν ιεράν αυτής δεξιάν. δεόμενός 12της όπως έχη καμέ εν τη τάξει εκείνη τών 13επιλοίπων της αληθινών υιών, ως αληθινός τώ 14όντι καί φιλόστοργος πατήρ. καί ταύτα 15παρά τού δούλου της. 1808 αυγούστου 6η.

16της εκλαμπρότητός της

17δούλος ταπεινός

18γρηγόριος αρχιμανδρίτης

19ο από χωρίον κάμπον.

 

Στο φ. 59v, η διεύθυνση του παραλήπτη:

τω εκλαμπροτάτω μονσινώρ, τω φιλοστόργω ημών πατρί ταπεινώς.

 

Σημειώσεις

Στιχ.3: Εννοεί την επιστροφή του επισκόπου Tobia απ’ την Πόλη, όπου είχε μείνει για σχεδόν δυο χρόνια, προκειμένου να τακτοποιήσει την περίπτωση της παραβίασης των κοινοτικών δικαιωμάτων των καθολικών του νησιού. Τότε επέστρεψε και ο Φραγκίσκος Γεωργαντόπουλος απ’ την Πόλη, συμφιλιωμένος με τον επίσκοπο Tobia, αφού με δική του παρέμβαση είχε διοριστεί πρόξενος της Γαλλίας στην Τήνο. Η επιστολή αυτή αποτελεί μια μαρτυρία για τη θετική στάση μερίδας των ορθοδόξων του νησιού απέναντι στον Tobia και στην πολιτική του.

Στιχ. 18: Το όνομα του αρχιμανδρίτη Γαβριήλ δεν εμφανίζεται σε κανένα γνωστό κατάλογο ορθοδόξων ιερέων της Τήνου (που έχει δημοσιεύσει ο Δρ.Δρόσος). Ας σημειωθεί, όμως, πως όλοι οι κατάλογοι που έχουν δημοσιευθεί παρουσιάζουν σημαντικά κενά δεν πρέπει να θεωρούνται ολοκληρωμένοι.

 

 

ΚΖ’

Ο πατριαρχικός αφορισμός του Κυρίλλου Ε’ εναντίον των ενδημούντων αρχιερέων και όσων αποδέχονται τις απόψεις τους αναφορικά με την αναγνώριση του εγκύρου των Μυστηρίων, ιδιαίτερα του Βαπτίσματος, της Καθολικής Εκκλησίας. Έχει δημοσιευθεί στο παρελθόν από τον Μ. Κωνσταντινίδη στο περιοδικό Εκκλησιαστικός Φάρος, 7 (1911), σ. 236 κ.ε. Τον αναδημοσιεύουμε από αντίγραφο που υπάρχει στο ΑΚΤ (φακ. 27, εσ.4), σύγχρονο προς τη σύνταξη του αφορισμού. Διατηρώ τις ανορθογραφίες και τη στίξη του αντιγράφου. Σε παρένθεση αναπτύξεις συντομογραφιών και λησμονημένα γράμματα που θα καθιστούσαν δυσχερέστερη την κατανόηση του κειμένου, η οποία επιβαρύνεται και από την παντελή έλλειψη ορθογραφίας. Για περισσότερα στοιχεία για την ιστορία του αφορισμού, βλ. παραπάνω, στην υποσημ. 105. Στο τέλος λιγοστές λέξεις είναι δυσανάγνωστες, πράγμα που οφείλεται στην κατάσταση του αντιγράφου.

 

Αντίγραφο       Κωνσταντινούπολη, 1756

 

Αναθιματισμός παρά τις Εκλισίας

Εστάθι στα 1756 στην Κωνς(αντινούπο)λι

 

Κίριλος Ελεο Θεού Αρχιεπίσκοπος Κοσταντινουπολεος νεας ρομις και Ικουμενικός πατριαρχις.

Εονιος ανεθηματισμός παρα της Αγιας του Χριστού Εκλισιας τις δι(χ)ομενις τα παπικά μιστιρια.

 

Εντιμοτατι κλιρικι τις καθιμας του Χριστού Εκλισίας μεγαλις και η λιπί εβλαβεστατι ηγιερις και οσιοτατι γαιρομεοναχι η ψαλοντες εν τες εκλισιες τις πολεος του γαλατά και το καταστινου. Χαρις ημιν και Ερινι παρά Θεού.

Επιδή προσλαβόντες η ενταυθα ενδιμουντες Αρχιερης σινι(χ)θισαν εις ένα και ολλος ομοφονος έγραψαν ένα γραμμα εξο απε τιν γνομινμας, με το οπιον διαφεντεβγουσι το μεμολισμενον ραντισμα τον λατινον με όλα του τα σατανικά νεοτερισματα καθός ο εφευριτις τον κακον τους το επαραδοκιν, οι οπιι και το έγραψαν, ομολογούντες και βεβεοντες αυτό εος θιον βαπτισμα εναντιον (ο τις παρανομιας) εις τους Αποστολικούς και τον θιον Πατερον κανονας. Προς τουτις εβιασαν και εμάς να δεκθομεν τετιον παρανομον εργον, και να ειπογραψοεμν εις αυτό. Ημις ομος οσαν οπού ο Αγιος Θεός μας αξιοσε να ευρισκομσθα απανο εις τουτο το Αποστολικόν και Πατριαρχικόν Θρονον, Κανονικός και Αποστολικος εις το να φιλατομεν μετα θερμίς πιστεος και εβλαβιας την ορθοδοξον και αγιοτατιν πιστιν την οποίαν παραλαβομεν από τους αγιους Αποστόλους και τας επτά γεράς εικουμενικάς σινοδος, ομιος και τα επτά θεοπαράδοτα δογματα και μιστιρια τις Αγιας μιτρός ημόν Καθολικις και Ανατολικις εκλισιας, και αυτά να τα κρατούμεν καθαρά και αμολιντα καθος ανοθεν και εξαρχίς από τους Αγιους Αποστόλους, τα επαραβε η εκλισια του Θεού και φιλατι απαρασαλεφτα χορις να προσθεσι ει να εκβαλι κανενα ει όταν μεχρι τις σιμερον και εος τις σιντελιας του εωνος ος αμομος νιφη του Κιριου ειμων Ηισου Χριστού. Κατά τούτον λιπόν το απαρατιτον χρεοςμας ερευνισαντες και εξετάζοντες ακριβος το ειπογραμενον ειπο τον Αρχαιρεον γραμα με δεσμους αρικτους, και ορκους φρικτους αναμεταξίν τους ευρομεν αυτό ολλος δια ολου εναντιον τοσον πολλά εις την Αποστολικήν παράδοσιν του θε(ί)ου και γαιρού βαπτίσματος οστε οπου από Χριστού μεχρι τιν σιμερον δεν εκουσθι ποτέ να δογματισι και να βεβεοσι ερετικον μιστιριον // ουτε σίνοδος ηκουμενικι και με(ρι)κί, ούτε πατερες τις εκλισιας μας καθός αυτή εις το παρανομο και ερετικόν γραμα εκαμαν απογραψαντες και βεβεοσαν τους το παρανομον βρομερον και σκολικοδες ελατισμενον ραντισμα ος θιον μιστιριον του αγιου βαπτισματου, παρομιαζοντες αυτά τα ανθροπινα ει μαλον ειπιν σατανικά εφευριματα και διδασκαλιας με το θιοπαραδοτον μιστιριον του αγιου βαπτισματος, αποφασιζοντες ακομι μεσα εις αυτό το ερετικοντις γραμα, ότι οπιος από τους χριστιανούς δεν ήθελε δεκθι αυτά τα βρομερά ος καλά και δεν ηθελε τα ομολογισι παρομια με το θιον βαπτισμα μα να ινε αποσιναγογος, και οξο από το σιστιμα τον χριστιανόν. Θελοντες ομος εμις να φιλαξομεν τους χριστιανούς αβλαβις απ’ αυτίν τιν ψηχοβλαβιν πλανιν μαλιστα δε από τιν εσχατιν κακιαν οσαν οπού χρεοστουμεν αναγγεος να φροντιζομεν παντοτε δια τιν ψηχικίν σας σοτιριαν κοντα ημίς οπου δεν ηπογραψαμεν εις ένα τουτον ερετικον, και παρανομον γραμα αποφασισαμεν με εξοσιν από αυτόν τον πατριαρχικον θρονον ημιν δινον αυτις τις ιδιας μας ζοής να το θεατρισομεν, και να το πομπευσομεν επι εκλισιας, δια να καταλαβι κάθε ορθοδοξος χ(ριστια)νος εις ποσον μεγαλον πόλεμον και κιντινον και κατεδρομιν ευρισκετε η Αγια του Χριστού Εκλισια οι κινι μιτερα μας, και ότι αυτά τα κακα τα πασχι όχι απ’ εθνικούς όχι από ερετικούς, όχι από αλοτριους, αμί από αυτούς τους ηδιους οπου τους εθρεψε τους ετιμισε και τορα τους θρεφι. Και τουτον λιπον τον κιντινον απεφασισαμεν να το δεκθούμεν πιθαρχουντες θεο μαλλον η ανθρωποις προτο μεν δια να φηλαξομεν τους αποστολικούς και συνοδικούς κανονας απαρασαλευτους και αμετατρεπτους καθός τους παραλαβαμεν. δεφτερον δε δια να ανερισομεν, και να εξαλιψομεν παντελός αυτό το παρανομον τους γραμα, αναλαβοντες τιν πανοπλιαν του παναγιου πνευματου με φοβεράς αρας και εωνιο αναθεμα εναντίον εις εκινους οπου ήθελαν τολμισουν να σικατανευσουν να το δεκθουν, ενοσο εμις ζομεν και μετα τον θανατον μας και μεχρι τις σιντελιας οθεν τιν διναμιν και χαριτι του παναγιου και τελεταρχικού πνευματος εχομεν (...) αποβλιτον και αποτροπιον και μισαρον και βδελικτον βλασφιμοντε και ακιρον το διαλιφθεν παρανομον και ερετικόν γραμα ακολουθοντες τοσον εις τον ουρανοβαμονα παυλον οπου λεγι η τις ευανγγελι ημιν παρ ο περιλαβετε και παρ ο εβαγγηλισαμεν ημιν καν αγγελος εξ ουρανού καν αυτό εμις αναθεμα ες το ισον και εις τους σινοδικούς κανονας οπου λεγουν // οπιος ήθελε προσθεσι αφερεσι ένα μονο ιοτα εστο εις αυτόν το αναθεμα και ουτος αποφενομενοι μετα των περι ημας γερου κλιρου και του χριστιανικου πλιροματος, ανεθεματιζομεν τρις εια αυτό το ακεφαλον και ακινονιστον γραμα, και εκίνους οπου το δεχοντε και θελουν το δεκθι εις το εξις ητε του καταλογου ηνε ητε λαϊκί αφορισμενι ησαν από θεου Κιριου παντοκρατορος και καταραμενι και ασινχοριτι, και μετα τον θανατον αλιοτι και τιμπανιαιοι η πετρε και η σιδεροι λιθισοντε αυτί δε ουδαμός, κλιρονομισουν τιν λεπραν του γιεζι και τιν αχγονιν του jουδα στενοντες εισαν και τρεμοντες επι για ος καϊν η οργι του Θεού ει επι τας καιφαλας αυτόν και η μερες αυτόν μετα του προδοτου jουδα και τον θεομαχον jουδεον σχισθισα η γι καταποιοι αυτούς ος τον Γαθαν ποτε και αβιρον αγγειλι Κιριου καταδιοξατο αυτους εν μαχερα πασας τας ημερας τις ζοϊς αυτον, και πασας τες πατριαρχικαις, και σινοδικαις αραις υπευθενι και τι εωνιω αναθιματι ιποδικι και ενοχοι του πιρος της γενιης αμήν.

Εκαστος ακριβός γινοσκει τα δε τουτο το γραμα ότι εν τες αγιες του Χριστού εκλισιας απαμβονοσ ανεγνος και το τοτε διτοτε ω περιουσιος λαως του Θεού το εθνος τον αγιον το βασίλιον ηρατευμα και ευσεβις λεγο και ορθοδοξι χ(ριστια)νι ομαθιμαδον το αναθεμα τρις απευων και γινετο η φονί του λαού ειχισου ος φονί πολον ουδατον σφοδρός εχοντων κατά τιν γραφιν. Τελος.

  

 

 



* Οι κυριότερες συντομογραφίες που χρησιμοποιώ στη συνέχεια είναι οι εξής:

APF  Archivio Storico della S.C.de Propaganda Fide (Ρώμη)

ΑΚΤ  Ιστορικό Αρχείο της Καθολικής Επισκοπής Τήνου (Τήνος)

ΕΕΚΜ Επετηρίς της Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών

ΙΣΔΠ Ιερά Σύνοδος για τη Διάδοση της Πίστης (Ρώμη)

SC  APF, Scritture riferite nei Congressi

ΤΜ  Τηνιακά Μηνύματα, Δελτίο των Καθολικών Ενοριών της Τήνου

[1] Με τον τίτλο «Καθολικοί και ορθόδοξοι στις Κυκλάδες» δημοσίευσε ο κ. Θωμάς Παπαδόπουλος μια ενδιαφέρουσα μελέτη στον 15ο τόμο (1994) της ΕΕΚΜ, σ. 134-197, προσωπική του συμμετοχή στο Α’ Κυκλαδολογικό Συνέδριο που είχε διοργανωθεί στην Άνδρο το 1991. Αν και στην εισαγωγή ο συγγραφέας υπόσχεται μια αντικειμενική παρουσίαση και ανάλυση των γεγονότων, κάτι τέτοιο δεν διαπιστώνεται πάντοτε στην ανάπτυξη της μελέτης του, ιδίως εκεί όπου εκτρέπεται σε υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς (βαρείς, κάποιες φορές) προσώπων και καταστάσεων. Θεωρώ ως βασικά αρνητικά στοιχεία στην εργασία του: α) την απουσία περιγραφής της ιδιαιτερότητας του κάθε νησιού και της κάθε καθολικής κοινότητας, με την οποία ήταν συνυφασμένη η εκδήλωση του ενός ή του άλλου ιστορικού φαινομένου, β) τη χρονολογική ισοπέδωση (από τον 16ο αιώνα μέχρι και την επανάσταση του 1821) και γ) τη χρησιμοποίηση θεολογικών όρων με διαφορετική σημασία από εκείνη που έχουν (π.χ. συλλειτουργία), έτσι ώστε να γίνονται εύκολες παρανοήσεις, τόσο από τον ίδιο, όσο και από τον αναγνώστη. Δε μπορώ να συνδέσω τα όσα περιέχονται στην παρούσα μελέτη με όσα καταγράφει ο κ. Θ. Παπαδόπουλος, αφού δείχνει να αγνοεί τις προσπάθειες που κατεβλήθησαν στην Τήνο για την επίτευξη των συμφωνιών μεταξύ των δυο κοινοτήτων και που τα αρχικά κείμενα βρίσκονται στο ίδιο Αρχείο (APF) από το οποίο αντλεί ο ίδιος το πρωτογενές αρχειακό υλικό της εργασίας του.

[2] Αν και χρησιμοποιούμε τους όρους «καθολικός» και «ορθόδοξος», η ορολογία αυτή, που χαρακτηρίζει αντίστοιχα τη δυτική και την ανατολική χριστιανοσύνη, δεν ανήκε στον 18ο αιώνα, αλλά επικράτησε απ’ τα μισά του 19ου αιώνα και μετά. Οι όροι που χρησιμοποιούνται, αντίστοιχα, είναι, συνήθως, «λατίνοι» ή «φράγκοι» και «ρωμαίοι». Ήδη, όμως, διακρίνεται η προσπάθεια να εισαχθεί μια νέα ορολογία (βλ. το έγγραφο ΚΓ’). Η χρήση, σ’ αυτή τη μελέτη, των όρων «καθολικός» και «ορθόδοξος» με την ομολογιακή τους σημασία, γίνεται για ευνόητους λόγους.

[3] Είναι γνωστή η περίπτωση του βυζαντινού επισκόπου Σύρου, ονομαζόμενου Ψύλλου που έγινε καθολικός, αμέσως μετά την κατάκτηση του νησιού απ’ τους Φράγκους, στα 1207. Βλ. Αμπελάς Τιμ., Ιστορία της νήσου Σύρου, Ερμούπολις 1874, Παράρτημα Α΄μέρους, σ.  ιγ΄). Όσα έχουν γραφεί για τον συγκεκριμένο επίσκοπο, η ιστοριογραφία σήμερα τα θεωρεί ως μυθεύματα και παραδόσεις χωρίς ιδιαίτερη ιστορική αξία (βλ. Ρούσος-Μηλιδώνης Μάρκος, Syra sacra. Θρησκευτική ιστορία της Σύρου, Αθήνα 1993, σ.57-58).

[4] Fedalto G., La chiesa latina in oriente, Verona 1978, τ. II, σ.22.

[5] Η εκλογή γινόταν απ’ τον επίσκοπο, σύμφωνα μ’ ένα ορισμένο τυπικό, άγνωστο ποιας προέλευσης. Μου είναι γνωστή, αν και ανέκδοτη ακόμα, η εκλογή του πρωτοπαπά Νικολάου De Zia απ’ τον επίσκοπο Νικόλαο Δελένδα, στη θέση του πρωτοπαπά Γεωργίου Διασορίνη που είχε πεθάνει και όπου γίνεται λεπτομερής περιγραφή του τυπικού (26 Ιουνίου 1456). Όσα έχουν γραφτεί στο παρελθόν για το θεσμό του πρωτοπαπά στην Τήνο (βλ. Σιώτης Μάρκος, Η εκατονπεντηκονταετηρίς της Παναγίας της Τήνου, Αθήναι 1973, σ.16-17), πρέπει να θεωρούνται ως στερούμενα ιστορικής βάσης.

[6] Ο θεσμός της «δεκάτης» ήταν πολύ αρχαιότερος απ’ τα γεγονότα στα οποία αναφερόμαστε. Η υπόθεση αυτών των εισφορών, αποτέλεσαν αντικείμενο της γνωστής διαμάχης μεταξύ των ορθοδόξων του νησιού και του Λατίνου επισκόπου Γεωργίου Περπινιάνη, στις αρχές του ΙΖ΄ αι.

[7] Martinus Crusius, Turcograeciae libri octo, Basileae, χ. ε., σ.318-319. Φιλιππίδης Λεων., Συμβολή εις την εκκλησιαστικήν ιστορίαν της νήσου Τήνου, Αθήναι 1963 (ανάτυπο από τον Γ΄ τόμο της ΕΕΚΜ), σ.60-61.

[8] Hofmann G., Vescovadi cattolici della Grecia. II. Tinos, Roma 1936 (OCA 107), σ.74-76 (στο εξής Hofmann, Tinos και η ένδειξη της σελ.).

[9] Βλ. παρακάτω, κεφ. 3, Α, δ.

[10] Για την αρχιτεκτονική αυτών των ναών, βλ. Βασιλειάδης Δημήτριος, Αι επιπεδόστεγοι μεταβυζαντιναί Βασιλικαί των Κυκλάδων, ΕΕΚΜ, 2 (1962), σ.510-532. Για την «κοινή λατρεία», βλ. Κοτσώνης Ιερώνυμος, Η από κανονικής απόψεως αξία της μυστηριακής επικοινωνίας ανατολικών και δυτικών επί Λατινοκρατίας και Ενετοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1957. Ανάτυπο από το περιοδικό Γρηγόριος Παλαμάς, τ. 40, τεύχη 468-469 και 472-473. Διατηρώ τις επιφυλάξεις μου για ορισμένα από τα συμπεράσματα.

[11] Κοτσώνης Ιερ., Η από κανονικής,  όπ. π.

[12] Hofmann, Tinos, σ.78.

[13] Κοτσώνης Ιερ., Η από κανονικής, σ. 4-5. Ο Tournefort, λόγω της ιδιαίτερα σύντομης παραμονής του στην Τήνο (1-2 ημέρες), δεν ήταν σε θέση να μας παράσχει απολύτως αξιόπιστες μαρτυρίες στα θρησκευτικά θέματα. Από ορισμένες μεμονωμένες πληροφορίες και γεγονότα έφτασε σε γενικευμένα συμπεράσματα, που ιστορικά δεν ευσταθούν.

[14] Hofmann, Tinos, σ.67-72.

[15] ΑΚΤ, κωδ. 3, φφ.3 (1704), 31 (1705), 71 (1706), 131 (1709).

[16] Κοτσώνης Ιερ., Η από κανονικής, σ.15-16.

[17] ΑΚΤ, κωδ.3, φφ.27v-28v.

[18] ΑΚΤ, κωδ.3, φ.31v.

[19] Κοτσώνης Ιερ., Η από κανονικής, σ.8 κ.έ.

[20] Δυστυχώς δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για να έχουμε μια πλήρη εικόνα της αυξομείωσης του πληθυσμού της Τήνου για την περίοδο 1207-1550 και δύσκολα θα μπορούσαμε να έχουμε μια εικόνα για τη δημογραφική εξέλιξη. Βλ. σ’ αυτόν τον τόμο τη μελέτη «Πέντε αιώνες γενικών και μερικών απογραφών της νήσου Τήνου».

[21] Hofmann, Tinos, σ.67.

[22] ΑΚΤ, κώδ. 3, φ.60v.

[23] Πλουμίδης Γεώργιος, Αι Βούλλαι των παπών περί των Ελλήνων ορθοδόξων της Βενετίας (1445-1782), Θησαυρίσματα 7 (1970), σ.240-245.

[24] Πλουμίδης Γ., Αι Βούλλαι, σ.232, αρ.9.

[25] Πλουμίδης Γ., Αι Βούλλαι, σ.233, αρ. 15.

[26] APF, Acta, τομ. 82 (1712), φ.78v.

[27] Το κείμενο της συνθήκης δεν βρέθηκε ποτέ και όσα έχουν γραφεί σχετικά, αποτελούν απλές εικασίες και υποθέσεις που δε στηρίζονται σε ιστορικά έγγραφα (βλ. Λαμέρας Κων., Οι υπέρ ελευθερίας αγώνες της νήσου Τήνου, Αθήναι 1929, σ.24-26). Είναι όμως βέβαιο, από όσα συνέβησαν αργότερα, αλλά και από τις διαπιστώσεις των ιστορικών, πως εκείνη η συνθήκη εξασφάλιζε τη θρησκευτική ελευθερία των κατοίκων.

[28] Βλ. παρακάτω, κεφ. 2, γ, 4, για τον αρχιεπίσκοπο Νεόφυτο.

[29] APF, Acta, τομ. 88 (1718), φ.173.

[30] APF, SC, Arcipelago, τομ.9, φφ.820-822 (και επιστολή του ιερέα Θωμά Βιδάλη προς την ΙΣΔΠ για το ίδιος θέμα).

[31] Βλ. παρακάτω, κεφ. 2, β, 1.

[32] Όπως είναι γνωστό, οι επεμβάσεις του εκάστοτε Γάλλου πρέσβη στην Πόλη, στα πλαίσια των διομολογήσεων της Γαλλίας με την Τουρκία, στάθηκαν ιδιαίτερα πολύτιμες για τους καθολικούς της Ανατολής σ’ όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Γενικά για τις διομολογήσεις βλ. Κούκκου Ελένη, Αι διομολογήσεις και η γαλλική προστασία εις την Ανατολήν (1535-1789), Αθήναι 1967.

[33] Βλ. παρακάτω, κεφ.2, γ, 1.

[34] Hofmann, Tinos, σ.87.

[35] Hofmann, Tinos, σ.84-85.

[36] Δώριζας Γεώργιος, Ο Ταξιάρχης της Τήνου, τ. μητροπολιτικός ναός, Αθήναι 1971.

[37] Σήμερα, και απ’ αυτόν τον καθεδρικό ναό, δε σώζονται παρά λιγοστά ερείπια.

[38] APF, Acta, τομ. 86 (1716), φφ.81-82. Όσο και αν οι αριθμοί 8000 και 15000 κρίνονται ως υπερβολικοί, ιδιαίτερα αν τους συγκρίνουμε με όσους ακολουθούν για το υπόλοιπο του 18ου αιώνα, διατηρούν τη σωστή αναλογία μεταξύ του πληθυσμού των δυο θρησκευτικών κοινοτήτων της Τήνου.

[39] Hofmann, Tinos, σ.86-87 (έκθεση επισκόπου Νικολάου Cigala).

[40] Hofmann, Tinos, σ.94 (έκθεση επισκόπου Razolini).

[41] Hofmann, Tinos, σ.114 (έκθεση επισκόπου De Stefani).

[42] Hofmann, Tinos, σ.125 (έκθεση επισκόπου Βικεντίου De Via).

[43] Φώσκολος Μάρκος, Φορολογικά στην τουρκοκρατούμενη Τήνο, Τηνιακά Μηνύματα, αρ.τ. 66, Μάϊος 1979, σ.6-7.

[44] Hofmann, Tinos, σ.151-179 (έκθεση επισκόπου Βικ. De Via).

[45] Hofmann, Tinos, σ.183.

[46] APF, SC, Arcipelago,τομ.29, φφ.313-322.

[47] Το πρώτο αναφέρεται στην αρχή της τουρκοκρατίας (1715), ενώ το άλλο, αν και αχρονολόγητο, στο τέλος της περιόδου που εξετάζουμε.

[48] Αρμακόλλας Νικόλαος, Οικονομικά της Τήνου (1715-1822), Αθήναι 1926.

[49] Φώσκολος Μάρκος, Φορολογικά στην τουρκοκρατούμενη Τήνο, Τηνιακά Μηνύματα, αρ.τ. 66, Μάϊος 1979, σ. 6-7. Βλ. και Δρόσος Δρ., Ιστορία της νήσου Τήνου, Αθήναι 1870, σ.58.

[50] Δρόσος Δρ., Ιστορία, σ.58.

[51] Δώριζας Γεώργιος, Η Τήνος επί τουρκοκρατίας και κατά τον αγώνα του 1821, Αθήναι 1978, σ. 30-32 (τα στοιχεία που παρέχονται χρειάζονται περαιτέρω εξακρίβωση). Το 1772 βρίσκονταν έξω από την Τήνο 623 Τηνιακοί καθολικοί, ενώ 20 χρόνια αργότερα (1793) απουσίαζαν 1053 (βλ. τις προαναφερόμενες εκθέσεις). Βλ. Γεωργαντόπουλος Ε., Τηνιακά, σ.118-120.

[52] Δρόσος Δρ., Ιστορία, σ.46-47. Δανούσης Κωνσταντίνος, Ιστορικά της νήσου Τήνου. Τουρκοκρατία-Λαϊκή δικαιοσύνη, Κυκλαδικόν Φως, αρ.φ.342, Δεκέμβριος 1976 κ.έ.

[53] Όπ. π.

[54] APF, Acta, τομ. 145 (1775), φφ.326-338.

[55] Για καθολικούς τηνιακούς εμπόρους κάνουν λόγο διάφορες επισκοπικές «πατέντες» και διπλώματα και ο De Via στην έκθεσή του 1772. Οι δημογέροντες, όμως, δεν προέρχονται απ’ τις οικογένειές τους.

[56] Δρόσος Δρ., Ιστορία, σ.43-44. Γεωργαντόπουλος Επ., Τηνιακά, σ.118-119.

[57] Δρόσος Δρ., Ιστορία ό.π.

[58] Kolodny Em. La population des iles de la Grece, Aix-en-Provence 1974, τομ.1, σ.238-246.

[59] Προς αυτή την κατεύθυνση βοηθά και η μελέτη των στοιχείων που μας παρέχει ο Μαρκάκης Ζαλώνης, Ταξίδι στην Τήνο, ένα από τα νησιά του Ελληνικού Αρχιπελάγους, Αθήνα 1998 και οι υπόλοιποι ιστορικοί του νησιού.

[60] Φώσκολος Μ., Σύνθεση των επισκοπικών καταλόγων της Εκκλησίας της Τήνου, Τηνιακά Ανάλεκτα 3 (1998), σ.11 κ.ε. Προγενέστερη αναλυτική παρουσίαση είχα κάνει στα ΤΜ. 

[61] Τα στοιχεία που παραθέτω στη συνέχεια για τον κάθε επίσκοπο, αποτελούν μια γρήγορη σύνθεση των πληροφοριών που έχω συλλέξει από έντυπες και ανέκδοτες πηγές, στις οποίες όμως δεν παραπέμπω άμεσα. Οι πληροφορίες, βασικά, προέρχονται απ’ το APF και το ΑΚΤ, στους αντίστοιχους τόμους.

[62] Eubel C.-Gauchat P.- Ritzler R.-Sefrin P., Hierarchia catholica medii et recentioris aevi, Μonasterii 1935-1958, τόμ.5, σ.380.

[63] Στο «Βιβλίο Θανάτων» Ι του ΑΚΤ σημειώνεται ο θάνατός του με τα εξής σύντομα, αλλά χαρακτηριστικά λόγια: «Adi 7 Aprile 1738. Passo da questa a melior uita l’ Ill.mo et Reu.mo Mons(igno)r Nicolo Cigala n(ost)ro dign(issi)mo Prelato».

[64] Eubel C.-Gauchat P.-Ritzler R.-Sefrin P.,  Hierarchia catholica,  τόμ.6, σ.408.

[65] Eubel C.-Gauchat P.-Ritzler R.-Sefrin P.,  Hierarchia catholica,  τόμ.6, σ.408.

[66] Eubel C.-Gauchat P.-Ritzler R.-Sefrin P.,  Hierarchia catholica,  τόμ.6, σ.408.

[67] Δανούσης Κων., Ιστορικά, όπ. π., και Φώσκολος Μ., Οι καθολικοί της Τήνου το 1821, ΤΜ, αρ.φ. 24-25 (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1974).

[68] Ο ίδιος ο καπουκεχαγιάς της Κοινότητας στην Πόλη, ο Αποστόλης Παππάς, στις 6 Φεβρουαρίου του 1799, αναγκάστηκε να του κάνει έγγραφη παρατήρηση. (Παράρτημα εγγράφων, ΚΔ΄).

[69] APF, SC, Arcipelago, τόμ. 28, φφ.190-191 (και σε άλλες 10 επιστολές του Tobia, στη συνέχεια). Η επιστολή των καθολικών για τον Tobia, στο APF, SC, Arcipelago, τόμ.30, φφ.377-388, ενώ στα φφ.389-402 περιέχονται επιστολές τηνιακών που τον κατακρίνουν.

[70] Eubel, Hierarchia , τόμ. 7, σ.370.

[71] Φιλιππίδης Λ., Συμβολή, συχνά. Άτεσης Βασίλειος, Επισκοπικοί κατάλογοι της Εκκλησίας της Ελλάδος απ’ αρχής μέχρι σήμερον, Αθήναι 1975 [ανάτυπο απ’ το περιοδικό Εκκλησιαστικός Φάρος, 56-57 (1974-75), σ. 246-249]. Βλ. τη μελέτη μου με τίτλο «Για ένα σωστό κατάλογο των ορθόδοξων αρχιεπισκόπων Τήνου κατά την τουρκοκρατία» που περιέχεται στον παρόντα τόμο. Προσπάθησα να μην επαναλάβω την προβληματικότητα που με απασχόλησε εκεί, εφόσον δεν το έκρινα απολύτως απαραίτητο.

[72] Φιλιππίδης, Συμβολή, σ.76-77.

[73] Hofmann, Tinos, σ.87.

[74] Αλιμπράντης Νικόλαος, Αρσένιος Μενδρινός ο πάριος αρχιεπίσκοπος Τήνου, Παριανά, τεύχος 59 (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1995), σ.299-312. 

[75] Βέης Νικόλαος, Τα χειρόγραφα των Μετεώρων. Προλεγόμενα-Προσθήκαι υπό Λ. Βρανούση-Δ. Σοφιανού, έκδ. Ακαδημίας Αθηνών, Αθήναι 1998, σ.311.

[76] Βλ. Παράρτημα εγγράφων, Α΄.

[77] Φιλιππίδης Λ., Συμβολή, σ.79.

[78] Παράρτημα εγγράφων, ΙΖ΄.

[79] Βλ. προηγούμενη σημείωση. Η σφραγίδα σώζεται πάνω σε βουλοκέρι, στο γράμμα του της 6 Απριλίου 1776.

[80] Δρόσος Δρ., Ιστορία, σ.78.

[81] Φιλιππίδης Λ., Συμβολή, σ.82.

[82] Φιλιππίδης Λ., Συμβολή, σ.82.

[83] Δρόσος Δρ., Ιστορία, σ.78.

[84] Δρόσος Δρ., Ιστορία, σ. 498.

[85] Δρόσος Δρ., Ιστορία, σ. 83-85, 302-304.

[86] Φιλιππίδης Λ., Συμβολή, σ. 84.

[87] Δρόσος Δρ., Ιστορία, σ.78.

[88] Δρόσος Δρ., Ιστορία, σ.78.

[89] Δε θα με απασχολήσουν σ’ αυτή την μελέτη οι «θρησκευτικές» ταραχές που είχαν ως αίτια τις κοινωνικές διαμάχες που προαναφέραμε, εξαιτίας της ιδιάζουσας περίπτωσής τους. Ελπίζω να μου δοθεί η ευκαιρία να το κάνω στο μέλλον.

[90] Foscolos M., Un documento cattolico del sec.XVIII sulla communicatio in sacris, «Euntes Docete», 24 (1971), σ.112-129.

[91] Κοτσώνης Ιερ. Η κανονική άποψις περί της επικοινωνίας μετά των ετεροδόξων (Intercommunio), Αθήναι 1957, έκδ. Δαμασκός, συχνά.

[92] Hofmann, Tinos, σ.114.

[93] Hofmann, Tinos, σ.126.

[94] Κοτσώνη Ιερ., Η κανονική άποψις, σ.121. Διαφορετική, πράγματι, ήταν η στάση επί μέρους Εκκλησιών σε διαφορετικές περιόδους. Πράγματι, ποτέ δεν υπήρξε μια σταθερή και ενιαία στάση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο σύνολό της απέναντι στον αναβαπτισμό, αντίθετα με την Καθολική Εκκλησία.

[95] Παράρτημα εγγράφων, ΚΒ΄.

[96] Dizionario del Concilio Ecumenico Vaticano Secondo, a cura di Salvatore Garofalo, Roma 1969, col. 866-908.

[97] Παράρτημα εγγράφων, Η΄.

[98] Παράρτημα εγγράφων, Θ’.

[99] Το έτος 1753 εκδόθηκε στη Ρώμη ένα τεύχος που περιείχε δυο έγγραφα, το πρώτο της Ρωμαϊκής Συνόδου de Propaganda Fide, στην οποία υπαγόταν οι Καθολικές Εκκλησίες του ελληνικού χώρου και το δεύτερο της Συνόδου Sacra Inquisizione με τους εξής τίτλους: Istruzione per lOriente sopra la communicazione in Divinis decattolici coscismatici ed eretici formata nel 1729 (υπογράφεται απ’ τον καρδινάλιο V. Petra, που ήταν Πρόεδρος της ΙΣΔΠ). Feria V di X di Maggio MDCCLIII nella congregazione del Sant’ Officio etc, sopra I Dubbj proposti da un certo Missionario della Citta di Tenos nel Peloponneso, e trasmessi dalla Sac.Congregazione di Propaganda Fide per mezzo di Monsig. Segretario al S. Officio il di 24 Marzo dell’ anno, come sopra. Nostro Signore uditi li Voti degli Eminentissimi, decreto, come segue... Τα δυο αυτά κείμενα, που χρειάζονται εμπεριστατωμένη θεολογική και ιστορική μελέτη, τυπώθηκαν με ένα ενιαίο εξώφυλλο και τίτλο (ΑΚΤ, Επιστολές απ’ τη Ρώμη, ΙΙ, φφ. 88-93).

[100] Hofmann, Tinos, σ.111-112.

[101] Hofmann, Tinos, σ.129-130.

[102] Ας σημειωθεί πως ακόμα στα 1775 η ΙΣΔΠ επέτρεπε να τελείται η Θ. Λειτουργία στην ορθόδοξη εκκλησία των Ιστερνίων από καθολικό ιερέα (ΑΚΤ, Επιστολές απ’ τη Ρώμη, Ι, φ.67). Βλ. ακόμα ΑΚΤ, φακ. 23, φ.188v.

[103] Παράρτημα εγγράφων, ΙΒ΄.

[104] ΑΚΤ, Επιστολές προς τη Ρώμη, Ι, φφ. 45 και 49-50.

[105] Καρμίρης Ιωάννης, Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Αθήναι 1953, τόμ. Β, σ. 990. Το έτος 1756, επίσης, κυκλοφόρησε ένας «Αιώνιος Αφορισμός» από τον πατριάρχη Κύριλλο Ε’ Καράκαλο για όλους εκείνους που θα αποδέχονταν το περιεχόμενο ενός γράμματος των ενδημούντων αρχιερέων στην Κωνσταντινούπολη, με το οποίο «διαφεντεβγουσι το μεμολισμενον ραντισμα τον λατινον» και θεσμοθετεί, συμπερασματικά, τον αναβαπτισμό στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Αντίγραφο του αφορισμού υπάρχει στο ΑΚΤ, της εποχής που εκδόθηκε. Το επεισόδιο αυτό (γράμμα ενδημούντων μητροπολιτών και αφορισμός του πατριάρχη Κυρίλλου) έγινε αιτία για σοβαρές ταραχές στην Πόλη, που οδήγησαν στην πρώτη εκθρόνιση του πατριάρχη Κυρίλλου και στην εκτέλεση, εκ μέρους των Τούρκων, κάποιων που πρωτοστάτησαν στις ταραχές. Ο «αφορισμός» αυτός και όλη η περί αυτόν φιλολογία που αναπτύχθηκε στην Πόλη, επηρέασε αρνητικά την εξέλιξη των σχέσεων των δυο Εκκλησιών στο σύνολό τους και αφού το κείμενό του έφτασε μέχρι και στην Τήνο, πρέπει να επηρέασε και τις σχέσεις των δυο τοπικών θρησκευτικών κοινοτήτων, και έδωσε αρχή στους αναβαπτισμούς. Αυτό αποδεικνύεται και από την επιστολή των καθολικών κατοίκων της Καρδιανής προς τον επίσκοπό τους (Παράρτημα εγγράφων, ΚΓ’), όπου καταγγέλλουν ότι για τους ορθοδόξους «εμις δεν εχομε αλο ονομα παρά αβαφτιστι, ι παπαδες μας κακοπιγι ανθροπι, τα μιστιριαμας του κακου και εθνικα πραματα». Για την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του πατριάρχη Κυρίλλου και για το πρόβλημα του αναβαπτισμού, βλ. στον Βακαλόπουλο Απόστολο, Ιστορία του νέου ελληνισμού, τομ. Δ’, Θεσσαλονίκη 1973, σ.297, καθώς και στο σχετικό λήμμα του Τάσου Γριτσόπουλου στην Ηθική και Θρησκευτική Εγκυκλοπαίδεια, τομ.7, κολ.1193-1197, όπου και η σχετική βιβλιογραφία. Πρέπει να παρατηρήσω, πως ενώ ο Τ. Γριτσόπουλος αποδίδει τη θέση που πήρε εν προκειμένω ο πατριάρχης Κύριλλος στον «ύποπτον εναγκαλισμόν της Δυτικής Εκκλησίας», ο Α. Βακαλόπουλος την αποδίδει στις απλώς φανατικές αντιλήψεις του Κυρίλλου, αφού επρόκειτο όχι για προσηλυτισμό των καθολικών εις βάρος ορθόδοξων πιστών, αλλά ακριβώς για το αντίθετο! Ο Κύριλλος, κατά τη γνώμη μου, εκμεταλλεύτηκε και αυτό το σοβαρό θεολογικό θέμα στον αγώνα του εναντίον της παρουσίας στην Πόλη των ενδημούντων μητροπολιτών, με τους οποίους ήδη βρισκόταν σε σοβαρή διένεξη, προκειμένου να τους διώξει κάτω από την πίεση του φανατισμένου όχλου. Έτσι, απλώς εντάχθηκε με την ακριβώς αντίθετη άποψη από εκείνη που υποστήριξαν οι ενδημούντες αρχιερείς και η οποία ταίριαζε και με τις θεολογικές του αντιλήψεις. Λόγω του ιδιαίτερου ενδιαφέροντος που έχει το κείμενο του αφορισμού για το θέμα μας, το συμπεριλαμβάνω στο Παράρτημα των εγγράφων, αρ. ΚΖ’.

[106] Βλ Παράρτημα εγγράφων, ΙΒ΄. Το φιρμάνι αυτό, που δε φέρει χρονολογία στο αντίγραφο, αλλά συντάχθηκε μέσα στο έτος 1759 ή 1760.

[107] Παράρτημα εγγράφων, Ι΄. 

[108] Παράρτημα εγγράφων, ΚΓ’.

[109] Δρόσος Δρ., Ιστορία, σ.19.

[110] Παράρτημα Εγγράφων, ΚΓ’.

[111] Δρόσος Δρ., Ιστορία , σ.16-19. Φιλιππίδης Λ., Συμβολή, σ. 56-57.  Hofmann, Tinos, σ.67.

[112] ΑΚΤ, φάκ. 1, εσ. 3. φ. 4β. Το κείμενο έχει ως εξής:

 

Die 30 Augusti 1597.

Comparse auanti il R.mo Mons.r Vescovo Piero Apergi q. Michel dal Tripotamo, greco et desiderando di congiungersi in matrimonio con Marina filia di Piero Marcoisi q.Giorgi di detta uillia latina domando licentia a S.S. R.ma con la presenza di detta Marina, et di sua madre, promettendo ambe due di star, et uiuer quietamente ogn’ uno di essi nel suo rito, et nelle osseruanze di quello, ne darsi alcuna molestria per tal occasione, et di far li fig.li maschi grechi, et le femine latine. S.S. R.ma hauendo inteso detta instantia con le conditioni in essa dechiarite li ha concesso licentia di poter denuntiar detto matrimonio; come nel c.o di sponsalitij, con aggionta di diece cecchini di pena impostali a cadauno di essi applicati ad pias causas di douer esseruar, et mantenir quanto nelle sue (?) e dichiarito, cioe di uiuer ogn’ uno nel suo rito, et di far li fig.li come di sopra. pnti P. Tomaso da Treiso, et P. Antonio Moreno, etc.

[113] ΑΚΤ, κώδ. 1, φ.113 κλπ. Archivio di Stato di Venezia, Duca di Candia 92, φφ.18-19.

[114] Δρόσος Δρ., Ιστορία , σ.16-19. Φιλιππίδης Λ., Συμβολή, σελ. 56-57.  Hofmann, Tinos, σ.67.

[115] Παράρτημα εγγράφων, Β΄.

[116] Παράρτημα εγγράφων, ΙΣΤ΄.

[117] Hofmann, Tinos, σ.140.

[118] Φιλιππίδης Λ., Συμβολή, σ.56, με τις γνωστές υπερβολικές απόψεις και κρίσεις του συγγραφέα.

[119] Δρόσος Δρ., Ιστορία, σ. 44.

[120] Παράρτημα εγγράφων, Ε΄ και Στ΄.

[121] Παράρτημα εγγράφων, Ζ΄, Η΄, Θ΄, ΙΑ΄, ΙΔ΄, ΙΖ΄, ΙΘ΄, Κ΄, ΚΑ΄, ΚΒ΄, ΚΕ΄.

[122] Φώσκολος Μ., Ιστορία, σ.33-35.

[123] Hofmann, Tinos, σ.76 και 87. Η συχνή «εν τοις ιεροίς κοινωνία» στην οποία αναφέρθηκα πιο πάνω, είχε αμβλύνει τα δογματικά όρια και τα είχε καταστήσει αρκετά δυσδιάκριτα, χωρίς, όμως να τα έχει εξαφανίσει.

[124] APF, Acta, τ. 145 (1775), φφ.326-338.

[125] Όπ. π. και στο ΑΚΤ, Επιστολές, Ι, φφ.70-72.

[126] Παράρτημα εγγράφων, ΚΓ’. Στο ΑΚΤ έχουν συμπεριληφθεί και έγγραφα που αναφέρονται σε αλλαγές δόγματος (ορθόδοξοι που έγιναν καθολικοί).

[127] Παράρτημα εγγράφων, Β΄.

[128] Παράρτημα εγγράφων, Ι΄.

[129] Παράρτημα εγγράφων, ΙΣτ΄.

[130] Παράρτημα εγγράφων, ΚΓ΄.

[131] Φιλιππίδης Λ., Συμβολή, σ.56.

[132] Βλ. παρακάτω την ανάλυση των όρων των συμφωνιών του 1749.

[133] APF, SC, Arcipelago, τόμ. 24, φφ. 80-81.

[134] ΑΚΤ, φάκ. 3, εσ.1, φ.42.

[135] Πρόκειται για κάποιο μοναχό της μονής του Αγ. Ιωάννη της Πάτμου, που είχε εγκατασταθεί στην Τήνο για να καταπολεμήσει την Καθολική Εκκλησία. βλ. περισσότερες λεπτομέρειες στον Gaetano Romano, Cenni storici della missione della Compagnia di Gesù in Grecia, Palermo 1912, σ.95-97. 

[136] Βλ. παραπάνω, κεφ. 2, β. και παράρτημα εγγράφων, Α΄.

[137] Παράρτημα εγγράφων, Ε΄.

[138] Παράρτημα εγγράφων, Στ΄.

[139] Για τη διαχείριση των λεγάτων κλπ., σύμφωνα με το Κανονικό Δίκαιο της Καθολικής Εκκλησίας, βλ. τις εργασίες μου «Τα εξωκκλήσια της Τήνου το 1828», «Τηνιακά Μηνύματα», αρ. τεύχους 56-58, Απρίλιος-Ιούλιος 1978 καθώς και την «Εισαγωγή στην ιστορία των καθολικών εκκλησιών της Τήνου», Τηνιακά 1 (1996) σ.43-127.

[140] Δρόσος Δρ., Ιστορία, σ.81-82.

[141] Για την περίπτωση της Σύρου, βλ. Δρακάκης Ανδρέας, Η Σύρος επί τουρκοκρατίας. Τ. Β΄. Η Δικαιοσύνη και το Δίκαιον. Ανάτυπον από την ΕΕΚΜ, 6 (1967), σ.264-271.

[142] ΑΚΤ, φάκ. 21, συχνά.

[143] ΑΚΤ, φάκ. 3, εσ.1, φ.12.

[144] Αρχειακό υλικό που αναφέρεται σ’ αυτό το εσωτερικό «σχίσμα» τη επισκοπής Τήνου φυλάσσεται στο APF, SC, Arcipelago, τόμ. 17 (σχεδόν στο σύνολό του).

[145] ΑΚΤ, φάκ. 23, φφ.217 κ.ε.

[146] APF Acta, τόμ. 155 (1785), φφ.6-18.

[147] Στα 1756 υπήρχαν δυο ενορίτες, το ίδιο στα 1772, ενώ στα 1783, δεν αναφέρονται καθόλου. Για το ιστορικό της καταστροφής, βλ. ΑΚΤ, φάκ. 23, φ.188.

[148] APF SC, Arcipelago, τόμ. 24, φφ. 80-81.

[149] Παράρτημα εγγράφων, ΙΗ΄.

[150] APF SC, Arcipelago, τόμ. 24, φφ.80-81.

[151] APF SC, Arcipelago, τόμ. 24, φφ.80-81.

home

B)