ENA ΠΡΩΪΝΟ ΚΑΘΑΡΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑΝΗ

 

 Ηταν Κυριακή της Τυρινής, στην αρχή της δεκαετίας του 1930 στο χωριό

Καρδιανή της Τήνου. Το βράδυ στον ΄΄μεγάλο καφενέ΄΄ ήταν ο τελευταίος χορός της αποκριάς, αφού την άλλη ημέρα, Καθαρά Δευτέρα., άρχιζε η Μεγάλη Σαρακοστή. Συγκεντρωμένοι όλοι οι κάτοικοι του χωριού, το βράδυ ήταν εκεί. Και ήταν πολλοί τότε. `Ανδρες και γυναίκες, νέοι και ηλικιωμένοι, διασκέδαζαν με τα τοπικά, Καρδιανιώτικα όργανα, με τους αείμνηστους Κώστα Πανώριο βιολί και Γιάννη Δελατόλα, τον και «Παπαδογιάννη»

Και χόρεψαν τα παλικάρια τις κοπελιές τους, και οι παντρεμένοι τις γυναίκες τους. Χόρεψαν «Πολίτικο και Σηλιβριανό », τους συρτούς πού προτιμούσαν οι Καρδιανιώτες  και μετά το <<κόψιμο>> , χόρευαν μπάλλο .

Χόρεψαν και Ευρωπαϊκούς χορούς, φοξ, πόλκα, ταγκό, βάλς, στους οποίους οι Καρδιανιώτες όχι μόνο δεν υστερούσαν, αλλά μερικοί από αυτούς, διέπρεπαν.

Κατά τις πρώτες πρωϊνές ώρες είχαν αποχωρίσει οι ηλικιωμένοι και οι γυναίκες και είχαν απομείνει μόνο οι άντρες που συνέχιζαν να πίνουν , να τραγουδούν σκαμπρόζικα αποκριάτικα τραγούδια και να χορεύουν.

Χόρεψαν και τραγούδησαν και το «Μια φορά πήγα στον μύλο, με τη θεία μου την Κονδύλω» και «έτριψαν το πιπέρι», με τη μύτη, το σαγόνι, το κούτελο, τον αγκώνα, το γόνατο…μέχρι που «χάραξε» η Καθαρή Δευτέρα.

Ανθρωποι νοικοκυραίοι, δουλευτάδες φοβεροί, ασυναγώνιστοι στο δρεπάνι, την αξίνη και τις άλλες γεωργικές εργασίες, σοβαροί, μετρημένοι τις άλλες ημέρες, είχαν γίνει άλλοι άνθρωποι , όπως « το καλούσε» άλλωστε και η ημέρα και βέβαια με την βοήθεια του κρασιού ή του ρακιού…

Τελικά απέμειναν καμιά δεκαριά, όσοι άντεξαν, όταν και ρίχθηκε η ιδέα

-Να επισκεφτούν μαζί με τα όργανα τα σπίτια του «Επάνω Χωριού» για να φάνε (είπαν) τα ριζόγαλα που είχαν απομείνει, μη εξαιρούμενου και του Παπαδικού. Συμφώνησαν όλοι, βγήκαν από το καφενείο και με τα όργανα μπροστά ανηφόρισαν.

Ανέβηκαν στο σπίτι της Σταματικής της Κωτσίδενας,(όπως την έλεγαν (Ψάλτη)και ζήτησαν τα ριζόγαλα, μετά στου Ζάνναρου του Μαραβέλια και μετά στα σπίτια του Φίλιππα του Γκέκα και του Νικόλα Στεφανή , πάντα με τα βιολιά μπροστά και με τραγούδια. Ο Νικόλας του Στεφανή ακολουθούσε την εύθυμη παρέα, αλλά καθώς ανέβαιναν στο διπλανό σπίτι του Νικόλα του Μπόρτολου, κοντοστάθηκε για λίγο γύρισε και ανέβηκε ξανά στο δικό του σπίτι όπου και ζήτησε από την γυναίκα του, να του ανάψει το λυχνοφάναρο.

Η κυρά Βασιλίνα σταυροκοπήθηκε. «μα ξημερώνει».Αλλά ο άντρας της επέμενε χωρίς να δώσει εξηγήσεις. Και με το αναμμένο λυχνοφάναρο ακολούθησε την Καρδιανιώτικη παρέα. Αφού επισκέφτηκαν όλα τα ενδιάμεσα σπίτια μπήκαν και στην «Κάτω αυλή» της Αγίας Τριάδας. Προχώρησαν στην κυρίως αυλή της, χωρίς όμως τώρα να παίζουν τα όργανα γιατί παρά το μεθύσι τους σκέφτηκαν ότι ήταν «Μεγάλο κρίμα» να παίζουν τα βιολιά μπροστά στην πόρτα της εκκλησίας τους.

Όμως στην στροφή του καμπαναριού άρχισαν και πάλι να παίζουν. Και όλοι μαζί ανέβηκαν στην αυλή του Παπαδικού, που το χωρίζει από την εκκλησία, η «Επάνω αυλή» όπου τραγουδούσαν και χόρευαν ενώ παράλληλα ζητούσαν να σηκωθεί ο παπάς τους και να τους φέρει και αυτός τα ριζόγαλα που είχαν απομείνει.

Ο Παπά Αντώνης, ανθρωπος απλός από το χωριό Στενή, σηκώθηκε και άνοιξε την επάνω πόρτα με αφορισμούς. Η Αγία Τριάδα θα έριχνε φωτιά να τους κάψει…. Καθαρή Δευτέρα, πρώτη μέρα της Σαρακοστής, να ζητούν τα ριζόγαλα . Οι ενορίτες του επέμεναν. Ο Παπάς τους απείλησε και με «Κανόνα». Όμως οι ενορίτες ανένδοτοι.«Τα ριζόγαλα… Διαφορετικά δεν φεύγουμε». Ο Παπάς αν και είχε αρχίσει να κάμπτεται, έκαμε ακόμα μία προσπάθεια.

«Να `ρχοσαστ` τουλάχιστον πριν φεξ `....» Είχε έρθει η ώρα του Νικόλα του Στεφανή, που από την γωνία της αυλής , τελευταίος από όλους , παρακολουθούσε αμίλητος την όλη συζήτηση. Σήκωσε με αναμμένο λυχνοφάναρο και λέει στο παπά «μα παπ` Αντών`, για μας δεν ξημέρωσε ακόμ`… Δεν βλέπς του φανάρ?»γέλασαν όλοι και ο παπά Αντώνης άφησε και αυτός να φανεί ένα καλοκάγαθο χαμόγελο, που από ώρα με κόπο, προσπαθούσε να κρύψει. Αγκάλιασε  και φίλησε τους εύθυμους ενορίτες του, τους απλοϊκούς εκείνους Καρδιανιώτες και αφού τους ευχήθηκε «Καλή Σαρακοστή», τους έβγαλε και τα ριζόγαλα, που του είχαν απομείνει παίρνοντας αυτός, επάνω του «το κρίμα», όπως τους είπε…

Άλλες εποχές. Ωραίες εποχές, ωραίοι ανθρωποι….

Εξήντα πέντε και πλέον χρόνια πέρασαν από τότε . Σήμερα, Μάρτιος του 2000 ούτε ο εφημέριος της Καρδιανής ο παπά Αντώνης Αλβέρτης από την Στενή, ούτε ο Καρδιανιώτης Νικόλας του Στεφανή (Δελατόλας το επίθετο),με το λυχνοφάναρο ούτε κανένας άλλος από εκείνη την εύθυμη Καρδιανιώτικη παρέα, του πρωϊνού της Καθαρής Δευτέρας, στην αρχή της δεκαετίας του 1930 ευρίσκεται σήμερα στην ζωή.

Ανέφερα το περιστατικό για την ιστορία όπως το άκουσα από τον Νικόλα του Στεφανή, μα και από άλλους της παρέας εκείνης. Εβδομήντα εξάρης σήμερα σκέφτομαι Πόσο διαφορετική είναι η Καρδιανή σήμερα, από την Καρδιανή που είχαμε την τύχη να γνωρίσουμε, πριν από αρκετές δεκαετίες εμείς οι μεγαλύτεροι.

Αλλαξαν οι καιροί, οι ανθρωποι , οι συνήθειές τους….Αλλαξαν τα πάντα στην Καρδιανή….

 ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΝΗΣ 

  Καρδιανιώτης

. Ψευδώνυμο του Στεφάνου Νικ. Δελατόλα .

  Φεβρουάριος –Μάρτιος 2000.

 

 

 

Πληκτρολόγηση Χατζίρη Ασπασία

Κείμενο από την πρακτική εξάσκηση:

"Καινότομα προγράμματα συμπληρωματικής κατάρτισης & εξειδίκευσης για εργαζόμενους απόφοιτους τουριστικής εκπαίδευσης"- Consul-Κέντρο επαγγελματικής κατάρτισης Α.Ε

home

Φεβρουάριος 2006